Μενού

ΥΠΕΡΟΧΕΣ ΜΕΡΕΣ - Ιφιγένεια Καλαντζή

1818 4

Η πεμπτουσία της ζωής στη σοφία του συνηθισμένου

Μετά το τρισδιάστατο ντοκιμαντέρ «Anselm», ο 78χρονος Βιμ Βέντερς σκηνοθετεί την ίδια χρονιά και την ταινία μυθοπλασίας «Υπέροχες μέρες», ένα μελαγχολικό υπαρξιακό και φιλοσοφικό δοκίμιο για την έννοια της ευτυχίας στην αδιασάλευτη ροή του χρόνου, επαναπροσδιορίζοντας μια από τις πιο προσφιλείς θεματικές του. Διαψεύδοντας την εμμονή του δυτικού πολιτισμού πως η ευτυχία βρίσκεται στα πλούτη και στη συσσώρευση αγαθών, ο Βέντερς λίγο πριν ογδονταρίσει, στρέφεται στη φιλοσοφία της Άπω Ανατολής, που εξυμνεί την απλότητα, για να δείξει πως η εύθραυστη ευτυχία βρίσκεται στην πολύτιμη καθημερινότητα, ανάγοντας την πεμπτουσία της ζωής στη σοφία του συνηθισμένου.

Ήρεμος και χαμογελαστός ο λιγομίλητος μεσήλικας Χιραγιάμα (Κότζι Γιακούσο) ζει μια συνηθισμένη ταπεινή και μοναχική ζωή, σε ένα μικρό σπίτι με τα απαραίτητα, ενώ βιοπορίζεται καθαρίζοντας δημόσιες τουαλέτες στα πάρκα του Τόκιο. Αναζητώντας την αρμονία στις μικρές στιγμές της ζωής, έχει αναγάγει την πεζή καθημερινότητα σε απολαυστική τελετουργία, που τηρεί ευλαβικά, σε επαναλαμβανόμενες διαδρομές, ελαχιστοποιώντας -στα όρια πλήξης- κάθε ενοχλητική παρεκτροπή. Πόσο δύσκολο όμως είναι να διατηρήσεις τη σταθερότητα σε μια πραγματικότητα που διαρκώς μεταλλάσσεται; Καμιά μέρα δεν είναι απαράλλαχτη με την προηγούμενη, ενώ ακόμα και ο ίδιος ο Χιρογιάμα αντιλαμβάνεται πως αλλάζει, βλέποντας μετά από καιρό την έφηβη πια ανιψιά του Νίκο.

Δίχως λεπτομέρειες για το παρελθόν του πρωταγωνιστή, η ταινία επικεντρώνεται στο τετριμμένο παρόν του, σε μια μοναχική ζωή χωρίς ρίσκο, εντάσεις, πάθη. Η σιωπή τονίζει τη μοναξιά του, προσδίδοντας αξιακή οικουμενικότητα σ’ ένα σινεμά που περιορίζοντας το λόγο επιστρέφει στη δύναμη της εικόνας των βουβών ταινιών, καθώς ο εύθραυστος ψυχικός κόσμος του πρωταγωνιστή μεταφέρεται μέσα από κινήσεις και εκφράσεις. Ο Βέντερς συχνά έχει απεικονίσει άντρες σε υπαρξιακή περιπλάνηση που βυθίζονται στη σιωπή, τόσο στην «Αγωνία του τερματοφύλακα πριν από τα πέναλτι» (1972), όσο και στο «Lisbon Story» (1994), με τον εμβληματικό Ρούντιγκερ Βόγκλερ.

Η ρουτίνα του Χιραγιάμα αποκαλύπτεται όταν κάθε πρωί ξυρίζεται, ντύνεται, φροντίζει τα φυτά του και μπαίνει στο αμάξι για να φτάσει στο κέντρο του Τόκιο, ακούγοντας πάντα από κασέτες αμερικάνικα ροκ τραγούδια του ’60. Στο διάλειμμα για σάντουιτς στο πάρκο, φωτογραφίζει σε ασπρόμαυρο τις φυλλωσιές των δέντρων. Στη συνέχεια, πηγαίνει με ποδήλατο στα δημόσια λουτρά και τρώει νουντλς στο ίδιο μαγαζί στο μετρό. Επιστρέφοντας σ’ ένα νυχτερινό, πολύχρωμο Τόκιο, διαβάζει πριν κοιμηθεί το βιβλίο του, ενώ πάντα καταγράφονται τα ασπρόμαυρα όνειρά του, σηματοδοτώντας το τέλος μιας μέρας, πριν την επόμενη, με ξεχωριστό, εξίσου απαραβίαστο, πρόγραμμα κάθε σαββατοκύριακο.

Σκηνοθέτης που ως γνωστόν έκανε για χρόνια ψυχανάλυση, ο Βέντερς έχει απεικονίσει σε αρκετές ταινίες όνειρα, με το καμουφλαρισμένο μέρος του υποσυνείδητου. Στη νέα του ταινία καταγράφει τα όνειρα του πρωταγωνιστή ως απροσδιόριστες ασπρόμαυρες σκιές, υπογραμμίζοντας τη συναισθηματική του ασάφεια. Στη μελλοντολογική ταινία «Μέχρι το τέλος του κόσμου» (1991), ο Βέντερς είχε αναφερθεί σε μηχανές που κατέγραφαν τα όνειρα, σε μια προφητική αναφορά στον εθισμό της εικονικής πραγματικότητας. Στη νέα του ταινία, επιστρέφει στη νοσταλγία ενός λιγότερο περίπλοκου, αναλογικού κόσμου, με τον πρωταγωνιστή να ακούει κασέτες, σαν να έχει κολλήσει ο χρόνος.

Σπάζοντας τη μονοτονία, η ρουτίνα ξετυλίγεται μέσα από διαφορετικές γωνίες λήψης, στις διάφορες τοποθεσίες που οριοθετούν την πραγματικότητα του πρωταγωνιστή, ενώ χάνεται η αίσθηση του χρόνου με τις σχεδόν πανομοιότυπες μέρες, που γίνονται βδομάδες. Σε μια καθημερινότητα που συνοψίζεται στις απαραίτητες μετακινήσεις, παραλείπονται λεπτομέρειες, συρρικνώνοντας τη διάρκεια της μέρας, η οποία ολοκληρώνεται με τα ασπρόμαυρα όνειρα. Ενίοτε, η καταγραφή επιβραδύνεται, αφιερώνοντας χρόνο σε στιγμές, όπως το παιχνίδι της τρίλιζας με έναν άγνωστο, που επιβεβαιώνουν πως η κάθε μέρα είναι μοναδική. Η απροσδόκητη επίσκεψη της Νίκο αλλάζει ευχάριστα τα δεδομένα, με τον πρωταγωνιστή να μοιράζεται μαζί της συνήθειες και διαδρομές.

Οι κινηματογραφικές εικόνες εξελίσσονται ανεξάρτητα από τη γραμμική σύμβαση του χρόνου, ενώνοντας εννοιολογικά παρελθόν, παρόν και μέλλον. Ο Βέντερς καταγράφει μια περιορισμένη καθημερινότητα, σε παραλλαγές, ώστε να αγγίξει μέσα από τις ανατροπές τη σημασία της ύπαρξης, στην αδιασάλευτη εξελικτική βαρύτητα του ρυθμού της ζωής.

Επιλέγοντας την αφήγηση της ρουτίνας, δίνεται αξία στα μικρά πράγματα του παρόντος. Όπως και στον Γιασουτζίρο Όζου -μεγάλη αναφορά του Βέντερς- δίνεται έμφαση στη σοφία της απλότητας, σε μια ταινία για έναν συνηθισμένο άνθρωπο, που αναζητά ψήγματα ευτυχίας, στην τετριμμένη καθημερινότητα. Στα χνάρια του Όζου, ο Βέντερς περιορίζει το πεδίο δράσης του πρωταγωνιστή στο Τόκιο, εκεί όπου έχουν γυριστεί όλες οι ταινίες του Όζου, περιορίζοντας ακόμα περισσότερο την αφήγηση στις διαδρομές του. Ο Βέντερς είχε σκηνοθετήσει το ντοκιμαντέρ «Tokyo-Ga» (1985), για τον Όζου, επιχειρώντας, μια εικοσαετία μετά το θάνατό του, να ανιχνεύσει τις «μοναδικές στιγμές αλήθειας στην απεικόνιση της κινηματογραφημένης πραγματικότητας», στα τοπία και στις αφηγήσεις παλιών ηθοποιών, στο Τόκιο του 1983. Σαράντα χρόνια μετά, ο Βέντερς επιστρέφει στο Τόκιο, αυτή τη φορά στα πλαίσια του αρχιτεκτονικού έργου για τον επανασχεδιασμό των γιαπωνέζικων δημόσιων τουαλετών, από διεθνούς φήμης σχεδιαστές, όπου κλήθηκε να σκηνοθετήσει μικρού μήκους, καταγράφοντας την πρωτότυπη αρχιτεκτονική ποικιλία. Ωστόσο, αποφάσισε να σκηνοθετήσει μια μεγάλη μήκους ταινία και μαζί με τον σεναριογράφο Τακούμα Τακασάκι οραματίστηκαν τον χαρακτήρα ενός καθαριστή τουαλετών. Έτσι, απεικονίζεται ο ξεχωριστός αρχιτεκτονικός χαρακτήρας κάθε τουαλέτας, με αποκορύφωμα τις γυάλινες διαφανείς πολύχρωμες τουαλέτες, με τα ειδικά φίλτρα αδιαφάνειας, που ενεργοποιούνται, μόλις εισαχθεί κάποιος.

Στην ιστορία του Χιραγιάμα, ο Βέντερς συνεχίζει να αποτυπώνει την αντίληψη της πραγματικότητας, παρακολουθώντας σε κοντινά πλάνα τις συνήθειες του πρωταγωνιστή. Στα μακρινά, που ο Χιραγιάμα οδηγεί, αποτυπώνονται οι περίπλοκοι οδικοί κόμβοι του Τόκιο, στις μετακινήσεις με ποδήλατο τα αξιοθέατα, ενώ ανακαλύπτουμε τα διαφορετικά στέκια του, ανασυνθέτοντας διαφορετικές όψεις της πόλης. Πολλές ταινίες και ντοκιμαντέρ του Βέντερς αναφέρονται σε πόλεις, όπως Βερολίνο στα «Φτερά του Έρωτα» (1987), Λισαβόνα στο «Lisbon story» (1994) ή Παλέρμο στο «Φωτογραφίες στο Παλέρμο» (2008), όπου συχνά συνταιριάζει και επαγγέλματα, αποδίδοντας τα αστικά τοπία μέσα από προσωπικά πορτρέτα, ενός μηχανικού προβολής, ενός ηχολήπτη ή ενός καθαριστή στο Τόκιο.

Παρουσιάζοντας πάντα επιμελημένες μουσικές προτάσεις στις ταινίες του, με τραγούδια των Νικ Κέιβ, U2, Talking Heads κ.ά. ο Βέντερς χρησιμοποιεί στη νέα του ταινία ροκ τραγούδια που επιλέγει ο πρωταγωνιστής, ενώ οδηγεί, με πρώτο το «The house of the rising sun» (1964/The Animals), που ακούγεται και με γιαπωνέζικους στίχους, καθώς και τραγούδια των Πάτι Σμιθ, Ρόλινγκ Στόουνς κ.ά. Ξεχωριστή θέση έχει το «Perfect day» (1972) του Λου Ριντ, που ενέπνευσε τον τίτλο της ταινίας και ακούγεται, υπογραμμίζοντας την εσωτερική γαλήνη του Χιραγιάμα, ενώ το «Sunny Afternoon» (1966) των Κινκς συνοδεύει ρυθμικά την καθαριότητα στο σπίτι. Εξαιρετική έμπνευση αποτελεί το άκουσμα του τραγουδιού «Feeling good» (1965) της θρυλικής Νίνα Σιμον, στον κλαυσίγελο που σφραγίζει την ταινία. Με καρφωμένη την κάμερα στο πρόσωπο του Χιραγιάμα, καθώς οδηγεί, μόλις ξημερώσει και ο ήλιος αγγίξει το πρόσωπό του, συνειδητοποιεί την πιο τραγελαφική ματαιότητα, χαμογελώντας ενώ δακρύζει, στο άκουσμα των στίχων «είναι μια νέα αυγή, μια νέα μέρα, μια νέα ζωή», που ισχυροποιούν μέσα από το φορτισμένο συναισθηματικά τέλος, το υπαρξιακό νόημα της ταινίας. Ο τραγικός κλαυσίγελος του τέλους συμβαίνει όταν διαταραχθεί ο ρυθμός της ζωής και μόνο τότε, η αρχικά περιφρονημένη ρουτίνα γίνεται ευλογία της ζωής και αυτοσκοπός της ύπαρξης.

Ιφιγένεια Καλαντζή 
Το κείμενο δημοσιοεύτηκε στον ιστοσελίδα edromos.gr

Smart Search Module