Μενού

ΚΑΠΟΙΑ ΜΕΡΑ ΘΑ ΠΟΥΜΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ Ο ΕΝΑΣ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟΝ - Νίνος Φένεκ Μικελίδης

 

1839 2

Οι μνήμες και τα τραύματα του παρελθόντος στην περίοδο της πτώσης του τείχους του Βερολίνου είναι στο φόντο του αισθησιακού, ερωτικού αυτού δράματος της Έμιλι Ατέφ, που εκτυλίσσεται σε μια αγροτική περιοχή της Ανατολικής Γερμανίας, το καλοκαίρι του 1990, στα πρόθυρα της διάλυσης του κομμουνιστικού καθεστώτος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας. Ταινία βασισμένη στο βιβλίο της Ντανιέλα Κρίεν, που πήρε και τον τίτλο της από την τελική ομιλία του Αλεξέι στους «Αδελφούς Καραμαζώφ».

Σ’ ένα αγρόκτημα που η αλλαγή αυτή έχει οδηγήσει σε οικονομική κρίση, ο Γιοχάνες, ο έφηβος γιος του ζευγαριού που το διευθύνει, είναι ερωτευμένος με τη 19χρονη Μαρία, που φιλοξενεί η οικογένεια του και που συζεί μαζί του στη σοφίτα. Ένα αγόρι που τονίζει πόσο καλύτερα είναι στην άλλη πλευρά και που το μεγάλο του πάθος είναι να σπουδάσει φωτογραφία στη Λειψία. Με τη Μαρία, που έχει σταματήσει να πηγαίνει στο σχολείο (έτσι κι αλλιώς οι περισσότεροι καθηγητές το έχουν εγκαταλείψει αναζητώντας καλύτερο μέλλον στη δυτική πλευρά), να προτιμάει να διαβάζει τον Ντοστογιέφσκι και να επισκέπτεται, κάπου-κάπου τη χωρισμένη, άνεργη μητέρα της που τώρα ζει με τα πεθερικά της. 

Σε μια περιπλάνησή της στην περιοχή, η Μαρία (μια δοσμένη με πάθος και ειλικρίνεια ερμηνεία από την Μαρλένε Μπούροου) θα διεισδύσει στο αγρόκτημα του Χένερ, ενός μοναχικού, διπλάσιου μ’ αυτήν σε ηλικία, άντρα, που αρχίζει να την προσελκύει, συνάντηση που σύντομα θα οδηγήσει σε ένα παθιασμένο, γεμάτο έντονο, συχνά βίαιο μέχρι και επικίνδυνο, σεξ, που η Μαρία δείχνει να απολαμβάνει. Σεξ που μοιράζονται μέσα από μικρά ερωτικά, παρμένα από τη λογοτεχνία, σημειώματα  («τη νύχτα ξάπλωσε κοντά του και πεινασμένος την έκανε δίκη του», γράφει σ’ ένα από αυτά), αποσπάσματα συχνά από τους «Αδελφούς Καραμαζώφ» που ενδιάμεσα εξακολουθεί να διαβάζει η Μαρία.

Πέρα από την καταγραφή μιας αλλαγής που για ένα μεγάλο διάστημα να οδήγησε σε αρκετά προβλήματα (τουλάχιστο την Ανατολική πλευρά), η Έμιλι Ατέφ εστιάζει την κάμερά της στη γεμάτη με ορμή και ανεξέλεγκτο πάθος, λάγνη σχέση ανάμεσα στα δυο αυτά πρόσωπα, σε αντίθεση με το όμορφο, σχεδόν ειδυλλιακό, τοπίο, με τον Χένερ, για ένα τουλάχιστο μεγάλο διάστημα, να βρίσκει διέξοδο στο ποτό, στη μοναξιά, ίσως και την πίκρα του για την απομόνωση του από όσα με τόση γρηγοράδα εξελίσσονται, διέξοδο που βγάζει στην επιφάνεια τα καταπιεσμένα του αισθήματα και την ακόρεστη αναζήτηση του έστω κι ενός καθυστερημένου έρωτα – αισθήματα που τονίζονται εύγλωττα στις σκηνές της περιποίησης που προσφέρει στην άρρωστη με πυρετό Μαρία, ακόμη και όταν αυτή έχει την περίοδο της (την ξεντύνει με στοργή, την πλένει, με την ίδια πάντα στοργή, γυμνή και της διαβάζει από βιβλίο πριν τελικά αφεθούν σε μια ακόμη παθιασμένη ερωτική σκηνή). Με τη Μαρία και το πέρασμα της στην ενηλικίωση (μεταφορά και για την αποδοχή μιας παλιότερης γενιάς, μαζί κι εκείνης του Χένερ, στην αλλαγή πολιτικού κλίματος) πάντα στο επίκεντρο της ταινίας, με τα δευτερεύοντα, το ίδιο ενδιαφέροντα πρόσωπα (γονείς και Γιοχάνες), στο δεύτερο μέρος δυστυχώς να εξαφανίζονται.

Νίνος Φένεκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr

Smart Search Module