Μενού

ΠΑΓΟΣ ΠΟΥ ΚΑΙΕΙ, Ο - Θόδωρος Γιαχουστίδης

1847 1

"Jules et Jim" αλά κινέζικα
Τρεις καρδιές τον χειμώνα

Αυτή είναι η τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας που σκηνοθετεί ο γεννημένος στις 18 Απριλίου του 1984 στη Σιγκαπούρη, Anthony Chen. Το πολύ ιδιαίτερο στοιχείο του συγκεκριμένου σκηνοθέτη είναι ο διεθνισμός του. Πρώτη του ταινία ήταν το «Ilo Ilo» (2013), φιλμ που είχε κάνει παγκόσμια πρεμιέρα στο φεστιβάλ των Καννών, στο τμήμα «Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών», κερδίζοντας την Χρυσή Κάμερα καλύτερης πρώτης ταινίας από όλα τα επίσημα τμήματα του φεστιβάλ. Η ιστορία διαδραματιζόταν στη Σιγκαπούρη της δεκαετίας του '90, κι αφορούσε στη σχέση μιας υπηρέτριας από τις Φιλιππίνες με τον πιτσιρίκο μιας οικογένειας, που βίωνε την οικονομική κρίση της εποχής. Η συνεννόηση γινόταν στα αγγλικά. Δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του (και η μόνη που έως τώρα είχε προβληθεί εμπορικά στη χώρα μας) ήταν το σπουδαίο «Η εποχή της βροχής» (Re dai yu/ Wet Season, 2019), με παγκόσμια πρεμιέρα στο φεστιβάλ του Τορόντο. Διαπραγματεύονταν τη σχέση ανάμεσα σε μια καθηγήτρια κινέζικων από τη Μαλαισία κι έναν μαθητή της σε ένα γυμνάσιο της Σιγκαπούρης. Να πούμε εδώ ότι οι κάτοικοι της Σιγκαπούρης μιλάνε κατά βάση Μαλαϊκά (η γλώσσα της γειτονικής Μαλαισίας), αλλά τα Αγγλικά είναι η γλώσσα που έχει επικρατήσει στη διοίκηση και τη δημόσια ζωή της χώρας. 

Το 2023 ο Chen είχε έτοιμες δύο ταινίες. Η μία είναι το «Drift», που έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο περσινό φεστιβάλ του Σάντανς. Γυρισμένη στην Ελλάδα (!!!), αφηγείται την ιστορία μιας γυναίκας από τη Λιβερία, που το σκάει από τη χώρα της για να βρει καταφύγιο σε ένα ελληνικό νησί, όπου γνωρίζει μια Αμερικανίδα ξεναγό, με την οποία αναπτύσσει μια ιδιαίτερη σχέση. Πρωταγωνίστρια είναι η Cynthia Erivo, μικρό ρόλο έχει η Δωροθέα Μερκούρη και στην ταινία ομιλείται η αγγλική και η ελληνική! Τέλος, η τελευταία του ταινία, αυτή που εξετάζουμε εδώ, έχει γυριστεί στην κινέζικη πόλη Γιαντζί, που βρίσκεται κοντά στα σύνορα της Κίνας με τη Βόρεια Κορέα, και στην οποία σχεδόν ο μισός πληθυσμός έχει κορεατική καταγωγή, εξού και στην ταινία ομιλούνται τα κινέζικα και τα κορεάτικα!

Η ταινία έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο περασμένο φεστιβάλ των Καννών, όπου συμμετείχε στο τμήμα «Ένα Κάποιο Βλέμμα». Στην Ελλάδα η πρεμιέρα της ταινίας πραγματοποιήθηκε στο 64ο φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης παρουσία του σκηνοθέτη. Αποτέλεσε την επίσημη πρόταση της Σιγκαπούρης για το ξενόγλωσσο Όσκαρ. Τα γυρίσματα της ταινίας ολοκληρώθηκαν μέσα σε 38 ημέρες, χωρίς να υπάρχει ολοκληρωμένο σενάριο με την έναρξη των γυρισμάτων. Και κάποιες σκηνές γυρίστηκαν σε πολύ ψυχρές θερμοκρασίες (-18 βαθμοί Κελσίου)!!!

Η υπόθεση: Ο Χαοφένγκ είναι ένας 20 something νεαρός άνδρας. Ζει και εργάζεται ως χρηματιστής στη Σαγκάη και τα καταφέρνει μια χαρά σε ότι αφορά τα οικονομικά του. Σε ότι αφορά τα ψυχολογικά του, βιώνει καταθλιψάρα. Θα πάει στην παραμεθόρια πόλη Γιαντζί, στη νοτιοανατολική πλευρά της αχανούς Κίνας, που βρίσκεται κοντά στα σύνορα με την Κορεατική Χερσόνησο, προκειμένου να παραβρεθεί στο γάμο ενός φίλου του. Θα γνωρίσει την συνομήλική του ξεναγό, Νανά, η οποία δεν είναι ευχαριστημένη από τη δουλειά της, κι έχει ένα έντονο σημάδι από παλιά πληγή στο ύψος του αστραγάλου της. Ο Χαοφένγκ θα γοητευτεί από την Νανά. Και η Νανά θα γοητευτεί από τον Χαοφένγκ και με αφορμή την απώλεια του κινητού του, θα τον βάλει στην καθημερινότητά της, που πάντα ολοκληρώνεται με ατέλειωτα βράδια φτηνής διασκέδασης και άφθονου αλκοόλ. 

Την παρέα συμπληρώνει ο Ξιάο. Ο Ξιάο, του οποίου η κορεατικής καταγωγής οικογένεια διατηρεί «τουριστικό» εστιατόριο, είναι ερωτευμένος με τη Νανά. Οι τρεις αυτοί άνθρωποι, στο άνθος της ηλικίας τους, στο αποκορύφωμα της νιότης τους, θα δημιουργήσουν ένα ιδιαίτερο ερωτικό τρίγωνο. Ένα μεθυσμένο βράδυ θα αποφασίσουν να επισκεφθούν την Λίμνη του Παραδείσου, την λίμνη δηλαδή που βρίσκεται στο μεγαλύτερο υψόμετρο από κάθε άλλη στον κόσμο, στο όρος Τσαγκμπάι. Η εμπειρία θα είναι καθαρτική για όλους τους. Κι όταν οι δρόμοι τους χωρίσουν, ο καθένας τους θα προσπαθήσει να επαναπροσδιορίσει κάποια από τα βασικά στοιχεία της ζωής του...

Η άποψή μας: Ξεκινάει η ταινία και παρακολουθούμε εργάτες να κόβουν τεράστια γεωμετρικά κομμάτια πάγου τα οποία και συλλέγουν με σιδερένια λοστάρια, λες και βλέπουμε μια live action εκδοχή του... «Frozen», χωρίς τα τραγούδια (που, σημειωτέον, η ταινία διαθέτει και από δαύτα). Ο σκηνοθέτης τοποθετεί τους νεαρούς, ποικιλοτρόπως «τραυματισμένους» ήρωές του στο συγκεκριμένο χωροχρονικό πλαίσιο. Κωδική η λέξη «πάγος», σε όλες τις κλίσεις και μορφές της. Η εξωγενής παγωνιά θαρρείς κι έχει παρεισφρήσει στις ζωές τους: κανείς τους δεν είναι ευχαριστημένος με την πορεία που έχει ακολουθήσει, με τη δουλειά του, με αυτό που βιώνει στην καθημερινότητά του. Επίσης κωδική, η λέξη «σύνορα». «Αν κάνω ένα βήμα είμαι αλλού», που έλεγε ο Ηλίας Λογοθέτης ευρισκόμενος στα σύνορα Ελλάδας – Βόρειας Μακεδονίας (τότε, ενωμένης Γιουγκοσλαβίας) στο υπέροχο «Το μετέωρο βήμα του πελαργού» του Θόδωρου Αγγελόπουλου. 

Κι εδώ οι ήρωες βρίσκονται σε σύνορα, μεταφορικά και κυριολεκτικά. Μπορούν πχ να φωνάξουν ευρισκόμενοι δίπλα στα σύνορα με τη Βόρεια Κορέα: η φωνή τους περνάει τα σύνορα, οι ίδιοι όμως απαγορεύεται να το κάνουν. Να πω εδώ πως υπάρχει μια εκλεκτική συγγένεια της ταινίας και με το «Burning» του τεράστιου παικταρά Lee Chang-dong, αν και τούτη η ταινία, όσο καλή κι αν είναι, δεν μπορεί να φτάσει τα δυσθεώρητα ύψη και τις επιδόσεις εκείνης της δημιουργίας του Κορεάτη σκηνοθέτη. Κι εκεί, πάντως, ερωτικό τρίγωνο είχαμε, κι εκεί σύνορα υπήρχαν – ανάμεσα στη Βόρεια και τη Νότια Κορέα. Και για να κλείσουμε με τις αναφορές, ο Anthony Chen δεν κρύβει την αγάπη του για το «Jules et Jim» του François Truffaut: η σκηνή της... απόπειρας ληστείας στο βιβλιοπωλείο αποτελεί ξεκάθαρο φόρο τιμής στο γαλλικό φιλμ. 

Τρεις νέοι, τα απόνερα της ενηλικίωσης, τα σύνορα που τους εγκλωβίζουν, ο πάγος που τους στοιχειώνει. Κι όμως, από κάτω σιγοβράζει το αίμα, το πάθος, η ανάγκη για φιλία, η ανάγκη για το «μαζί». «Η καρδιά πονάει όταν ψηλώνει», που λέει και η Μποφίλιου. Η ταινία είναι στερεά γειωμένη στην πραγματικότητα, ενώ παράλληλα δεν φοβάται να παίξει και σε συμβολικό επίπεδο, φλερτάροντας και με παραδοσιακούς μύθους της περιοχής, δίνοντας και μια επιπρόσθετη μεταφυσική χροιά στο μείγμα. Η διεύθυνση φωτογραφίας κάνει παπάδες και μας δίνει υπέροχες εικόνες, ιδίως σε ότι έχει να κάνει με την Λίμνη του Παραδείσου και το όρος Τσαγκμπάι. Η δε σκηνή με την αρκούδα είναι ανατριχιαστικά όμορφη. Υπάρχουν και στοιχεία της ταινίας που θεωρώ περιττά, πχ όλη η υποπλοκή με τον τύπο που είναι κλέφτης καταστημάτων και καταζητείται, με μια σημαντική αμοιβή να προσφέρεται σε όποιον βοηθήσει στη σύλληψή του, θαρρείς και υπάρχει μόνο και μόνο για να πει ο Ξιάο πως η ζωή του δεν αξίζει ούτε όσο η συγκεκριμένη αμοιβή. 

Κάνει όμως και πάρα πολλά πράγματα σωστά ο Chen. Αρχικά, εκμαιεύει υπέροχες ερμηνείες από το πρωταγωνιστικό του τρίο, και ιδίως από την κοπέλα, την Zhou Dongyu, που έχει όλα τα φόντα να αποτελέσει την επόμενη Gong Li. Μπορεί κι έχει χιούμορ σε μια ταινία, που εύκολα θα μπορούσε να κατηγορηθεί για φεστιβαλική (με την κακή έννοια), αλλά ευτυχώς δεν είναι. Στη σκηνή δε στο κλαμπ, όπου η Νανά λέει στον Χαοφένγκ «δεν περίμενες να δεις κάτι τέτοιο εδώ, έτσι;» ουσιαστικά απευθύνει την ερώτηση στον θεατή: δεν περίμενες να δεις κάτι τόσο φρέσκο, όμορφο, νεανικό και ελεύθερο όπως αυτή η ταινία, έτσι; Και κερδίζει το στοίχημα. Ωραίο(ς).

Θόδωρος Γιαχουστίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα moviesltd.gr

Smart Search Module