Μενού

ΜΑΥΡΟΣ ΚΟΤΣΥΦΑΣ ΜΑΥΡΟ ΒΑΤΟΜΟΥΡΟ - Πάρις Μνηματίδης

2011 7

Ταυτόχρονα με την ιστορία μιας γυναίκας που αποφασίζει να αποδράσει από τα στεγανά εντός των οποίων την έχει αποκλείσει ο περίγυρός της, το «Μαύρος Κότσιφας, Μαύρο Βατόμουρο» είναι και η φωτογραφία μιας γεωργιανής επαρχίας της οποίας οι άνθρωποι έχουν μείνει πίσω σε επίπεδο νοοτροπίας. Η πλειοψηφία των ανδρών αντιμετωπίζει την εκάστοτε γυναίκα με μια λογική ιδιοκτησίας, και αντίστοιχα η πλειοψηφία των γυναικών, ειδικά όσες δεν ανήκουν στη νεότερη γενιά, αναλώνονται σε μια τοξική επικοινωνία γεμάτη μίσος για το ίδιο το φύλο τους χωρίς να αντικρίζουν με ειλικρίνεια τα υπαρκτά προβλήματα που τις καθηλώνουν. Όταν γίνεται και η αναπόφευκτη σύγκριση με την πρωτεύουσα στα τελευταία λεπτά τότε η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ξεκάθαρη. Υπό αυτό το πρίσμα, κι έχοντας στο μυαλό ότι οι εκεί συνθήκες ήταν δεδομένα ακόμη χειρότερες κάποιες δεκαετίες πίσω, είναι απολύτως λογικό ότι η κεντρική ηρωίδα κουβαλάει άσχημα βιώματα ήδη από τα παιδικά της χρόνια που προέρχονται και από το στενό οικογενειακό της περιβάλλον. Οι παλιότεροι είναι δύσκολο να αλλάξουν μυαλά, αυτοί που ζουν τη νιότη τους τώρα έχουν καλές πιθανότητες να ξεφύγουν από τη λούπα λόγω χρονικής απόστασης, και η κεντρική ερώτηση είναι η εξής: για τους «ενδιάμεσους» ηλικιακά υπάρχει ελπίδα άραγε; Η απάντηση στο φινάλε του φιλμ εσκεμμένα δεν είναι οριστική, αν και το «μείγμα» γέρνει περισσότερο προς μια απαισιοδοξία που έχει τις ρίζες της σε εξωτερικούς παράγοντες, όχι σε μια εσωτερική απροθυμία για αλλαγή.

Είναι φορές που ο τρόπος με τον οποίο υπογραμμίζεται η προβληματική θα μπορούσε να είναι λιγότερο κραυγαλέος (κάποιοι από τους διαλόγους με τις γυναίκες του χωριού είναι σαν να αρθρώνουν σχεδόν χωρίς φίλτρο τα νοήματα που βρίσκονται στο επίκεντρο του σεναρίου), όμως το σύνολο βρίσκει τον βηματισμό του όταν εστιάζει στο όχι και τόσο προφανές στις στάσεις του ταξίδι της πρωταγωνίστριάς του προς μια κατανόηση του εαυτού της. Το κείμενο την αγαπάει, αλλά φροντίζει παράλληλα να τη χτίζει με ρεαλισμό με δεδομένους τους περιορισμούς της για λόγους που δεν εξαρτώνται από αυτήν. Έχουν ενδιαφέρον και κάποιες λεπτομέρειες που παρατηρούνται γύρω από την ίδια όσο εξελίσσεται η πλοκή, από το πώς περνάει βαθμιαία σε ένα άλλο στάδιο η σχέση της με το σώμα της μέχρι το πώς φτάνει από κάποιο σημείο κι έπειτα να αξιολογεί τις επαφές της καθημερινής της ζωής εμμέσως πλην σαφώς, από εκεί που κάποτε ήταν όλες αδιάφορα ισοδύναμες μεταξύ τους.

Η Eka Chavleishvili είναι ιδανική στον ρόλο της, όντας ανεπιτήδευτη και πιάνοντας με ευστοχία τις αντιφάσεις μιας γυναίκας που επιθυμεί τη χειραφέτηση αλλά, πέραν και των εξωτερικών εμποδίων, της έχουν εντυπωθεί και αντιλήψεις στο πέρασμα των ετών που την αποτρέπουν από το να αφεθεί ολοκληρωτικά σ’ έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης. Δεν στοχεύει για εκείνες τις πιασάρικες στιγμές που θα εντυπωσιάσουν, αλλά για ένα πορτρέτο με όσο το δυνατόν πιο αληθοφανή χρώματα, και το πετυχαίνει.

Πέρα από το εμφανές φεμινιστικό πρόσημο, το «Μαύρος Κότσιφας, Μαύρο Βατόμουρο» είναι κι ένα ουσιαστικό ψυχογράφημα μιας προσωπικότητας που δεν χωράει απαραίτητα σε αυστηρά οριοθετημένα ταμπελάκια, και γι’ αυτό η διαδρομή της είναι εξαιρετικά ιντριγκαδόρικη. Και πολλά από τα συμπεράσματα που περιέχει μπορούν κάλλιστα να επεκταθούν κι εκτός των συνόρων της Γεωργίας.

Πάρις Μνηματίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα filmy.gr

Smart Search Module