Μενού

ΜΑΥΡΟΣ ΚΟΤΣΥΦΑΣ ΜΑΥΡΟ ΒΑΤΟΜΟΥΡΟ - Γιάννης Βασιλείου

2043 5

Η Ετέρο, μια 48χρονη γυναίκα που ζει σε ένα μικρό χωριό στη Γεωργία, δεν ήθελε ποτέ σύζυγο. Η επιλογή της να ζήσει μόνη της υπήρξε αιτία πολλών κουτσομπολιών μεταξύ των συγχωριανών της. Απροσδόκητα, ερωτεύεται με πάθος έναν άντρα και ξαφνικά βρίσκεται αντιμέτωπη με το δίλημμα να ακολουθήσει μια σχέση ή να συνεχίσει μια ζωή ανεξαρτησίας.

Η Ετέρο πρόκειται να κλείσει τα 49 την ερχόμενη άνοιξη, ζει μόνη σε ένα χωριό της Γεωργίας, διατηρεί ένα παντοπωλείο, λατρεύει το μιλφέιγ, τα μαύρα βατόμουρα και τους μαύρους κότσυφες. Δεν έχει οικογένεια, σε αντίθεση με τις λοιπές γυναίκες του χωριού, κι αυτό οδηγεί σε πειράγματα και αγενέστατες τοποθετήσεις που θα θυμίσουν σε πολλούς κάτι από τη δική μας επαρχία – δύο ώρες σε τραπέζωμα θα σε έκαναν να πιστέψεις ότι το δικαίωμα της παρέμβασης στον τρόπο που ζει ο άλλος είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο, έτσι δογματικά και ανενδοίαστα που προκύπτει. Ούτε και την ενδιαφέρει να αποκτήσει οικογένεια στο μέλλον, πρόκειται για συνειδητή απόφαση. Όπως χαρακτηριστικά δηλώνει, «αν ο γάμος και τα πέη έφερναν ευτυχία, πολλές γυναίκες θα ήταν ευτυχισμένες».

Στην αρχή της ταινίας τη βρίσκουμε στο αγαπημένο της σημείο της περιοχής. Καθώς μαζεύει βατόμουρα, γκρεμοτσακίζεται, γλιτώνοντας τελικά από τα χειρότερα. Η εν λόγω εμπειρία συνοδεύεται από τη σεξουαλική αφύπνισή της, η οποία θα εκτονωθεί στο πρόσωπο ενός μεσήλικα διανομέα τροφίμων, οδηγώντας την σε ένα εσωτερικό ταξίδι όχι συνειδητοποίησης αλλά συμφιλίωσης με το ποια είναι. Αν τα μαύρα βατόμουρα συμβολίζουν τον πατέρα της, τον αδερφό της –αμφότεροι νεκροί–, τους συμμαθητές και τους εραστές της, όπως εξομολογείται σε μια σκηνή, τότε ποιος είναι ο Μαύρος Κότσυφας; Μήπως η ίδια, που επιλέγει να πετά ελεύθερη, κάνοντας τις εμφανίσεις της όπως και όποτε θελήσει;

Πρόκειται λιγότερο για ηθογραφία και περισσότερο για πορτρέτο ενός χαρακτήρα που πολλοί θα θεωρούσαν αντισυμβατικό σε κοινωνίες πέραν της γεωργιανής, κι ας λαχταρούν ενδόμυχα τον τρόπο ζωής του. Χάρη στην τάξη και στην επιμέλεια της mise en scène και στις ιδιαίτερες μουσικές επιλογές –μέχρι και Αζναβούρ ακούγεται στο σάουντρακ–, αυτό το γλυκό, μικρό φιλμ από τη Γεωργία σίγουρα ξεχωρίζει από τον φεστιβαλικό σωρό με «φέτες ζωής» από γειτονιές του κόσμου, έστω και αν δεν διακρίνεται για την πρωτοτυπία ή την οικονομία του. Αρκεί, όμως, για να τοποθετήσει το όνομα της Έλεν Ναβεριάνι στην κατηγορία των ανερχόμενων δημιουργών που αξίζει να παρακολουθούμε από εδώ και στο εξής.

Γιάννης Βασιλείου
Το κείμενο δημοσιομεύtηκε στην ιστοσελίδα lifo.gr 

Smart Search Module