Μενού

ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ, ΤΑ - Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος

passalis

Ένας στριμμένος καθηγητής σε αμερικανικό κολέγιο υψηλού κύρους υποχρεώνεται να παραμείνει στην πανεπιστημιούπολη κατά τη διάρκεια των χριστουγεννιάτικων διακοπών του για να προσέχει λίγους σπουδαστές του, οι οποίοι δεν έχουν πού αλλού να πάνε.

Όπως οι μεγάλοι σκηνοθέτες του Χρυσού Χόλιγουντ, έτσι και ο Αλεξάντερ Πέιν εξαφανίζει το στυλ για χάρη της ουσίας, τη φόρμα προς όφελος του περιεχομένου, την επίδειξη για τη διακριτική δύναμη της απόλαυσης, σαν ένα ακριβό ύφασμα που το αισθάνεσαι ως σπάνιο, χωρίς να βλέπεις τις ραφές του ή να ξελογιάζεσαι από την ταμπέλα του. Αντίθετα μ’ εκείνους, γνωρίζει καλά το σινεμά και την ιστορία του και χωρίς να προσποιείται τον meta (δεν θα είχε κανέναν λόγο άλλωστε) ενσωματώνει οργανικά τις αναφορές και καταπιάνεται με την ανθρώπινη ψυχή και το ζόρι της όπως είναι σήμερα και όχι νοσταλγικά ή ιδεαλιστικά.

Τα Παιδιά του Χειμώνα τοποθετούνται στο 1970 και μερικές φορές, με τα απότομα ζουμ ή τη φιλμική υφή της εικόνας, νομίζεις πως είναι η ταινία που θα ήθελε να δει ένας θεατής εκείνη τη χρονιά από τον Μπομπ Ράφελσον ή τον Τζέρι Σάτζμπεργκ, με τον Νίκολσον ή τον Μπρους Ντερν ίσως, ηθοποιούς με τους οποίους έχει συνεργαστεί ο Πέιν. Το τρίο των πρωταγωνιστών έχει ξεμείνει για διαφορετικούς λόγους σε ένα κολέγιο λίγο πριν από τα Χριστούγεννα.

Ο καθηγητής Πολ Ντάναμ τιμωρήθηκε από τον διευθυντή και παλιό συμμαθητή του στο ίδιο σχολείο γιατί αρνήθηκε να δώσει καλό βαθμό σε έναν άσχετο μαθητή, στερώντας έτσι το ίδρυμα από τη δωρεά του πάμπλουτου πατέρα του. Μεταξύ τους παίζουν κατάλοιπα παιχνιδιών εξουσίας και ασίγαστη αλληλοαπέχθεια. Ο Άνγκους Τάλι δεν έχει πού αλλού να πάει – η μητέρα του κάνει διακοπές με τον πατριό του και τον παρακαλεί, μάταια, να δείξει υπομονή και ψυχραιμία, περνώντας τα Χριστούγεννα στην εστία του. Είναι, ωστόσο, ένα μεγάλο αγόρι που δεν συμμαζεύεται, επιρρεπές στην ανομία, από εκείνα που χαραμίζουν την εξυπνάδα τους και προκαλούν τη σύγκρουση και το μικρό χάος, αφού δεν έχουν βρει ηρεμία και λημέρι στο σπίτι τους. Η μαγείρισσα Μέρι Λαμπ (πώς λέμε «Mary had a little lamb») έχει χάσει τον εξαιρετικό και υπότροφο γιο της στον πόλεμο του Βιετνάμ και το βουβό πένθος της ισοφαρίζεται από την αξιοπρεπή, αυθεντική, αν και εύθραυστη αντίστασή της στην όχι πάντα αδιέξοδη θλίψη – ένα μεθυσμένο ξέσπασμά της σε πάρτι φίλων γίνεται αφορμή για αυτοματαίωση και απωθημένο θυμό.

Με έμπνευση από το ξεχασμένο Merlusse του Μαρσέλ Πανιόλ από το 1935, ο δις βραβευμένος με Όσκαρ Πέιν λες και υπαγόρευσε το σενάριο στον Τζον Χέμινγκσον, ο οποίος συνέθεσε τέλεια, στο απόλυτο ύφος του σκηνοθέτη, μια αβίαστη χορογραφία κυρίως μεταξύ του πικρόχολου καθηγητή και του τεταμένου μαθητή, με την καταπληκτική και φαβορί για Όσκαρ β’ ρόλου Νταβάιν Τζόι Ράντολφ, που έχουμε απολαύσει ήδη ως αστυνομικό στο τηλεοπτικό «Only murders in the building», να γεφυρώνει την έρημο των δύο ανδρών με καίριες μητρικές, πληθωρικές παρεμβάσεις.

Τα Παιδιά του Χειμώνα εξελίσσονται σε μία από τις ασυνήθιστες και μεστές «χριστουγεννιάτικες» δραματικές κομεντί: ο μέγας Αλέξανδρος της κινηματογραφικής χαρμολύπης ελέγχει αριστοτεχνικά την οικονομία του λόγου και την αυξομείωση του τόνου, ο Ντόμινικ Σέσα είναι αποκάλυψη στο ντεμπούτο του μπροστά στην κάμερα, ώριμος και ανακουφιστικά ερασιτέχνης ταυτόχρονα, ενώ ο Πολ Τζιαμάτι, στον ρόλο του αλλήθωρου, πικρόχολου, καταπιεσμένου, εριστικού, ακριβοδίκαιου και ατακαδόρου καθηγητή συνεχίζει το μακρινό ταξίδι της επώδυνης συνειδητοποίησης της χαμένης ζωής που ξεκίνησε στο Πλαγίως και τώρα, με συνοδοιπόρο τον ίδιο σκηνοθέτη, είκοσι χρόνια μετά, πετυχαίνει μια γεμάτη αποχρώσεις, μαεστρικά ερμηνευμένη μελαγχολία και μαζί ένα σπαρακτικό αντίδοτο στη θυμωμένη απογοήτευση.

Κόντρα στον εκρηκτικά σνομπ και βαθιά μισάνθρωπο Μάιλς του Sideways, ο Πολ, ένας κρατούμενος που περισσεύει (holdover), αλλά με παρέα, ψάχνει πιο ουσιαστικά τη σανίδα σωτηρίας του και εκπέμπει αγκυλωμένα σημάδια με κρυφή διάθεση επικοινωνίας. Ο στεγνός ακαδημαϊκός, ο άτακτος παρατημένος γιος και η πληγωμένη μάνα του λόχου συνθέτουν μια υπέροχη ωδή στην απώλεια και στη μοναξιά, βελούδινα ενορχηστρωμένη από έναν δημιουργό στο αποκορύφωμα της ωριμότητάς του. Είναι ήδη υποψήφιος στην πεντάδα της Αμερικανικής Ένωσης Σκηνοθετών και στα BAFTA, ενώ η τρομερή διεύθυνση που επιφυλάσσει στους τρεις ηθοποιούς του τιμήθηκε στα Critics’ Choice Awards. Ραντεβού στα Όσκαρ, από ένα instant classic.

Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος
Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα lifo.gr

Smart Search Module