Μενού

ΕΝΙΟ ΜΟΡΙΚΟΝΕ - Ο ΜΑΕΣΤΡΟΣ - Ιφιγένεια Καλαντζή

1818 4

Έννιο Μορικόνε διά χειρός Τζουζέπε Τορνατόρε

Γεμάτος συγκίνηση ο Τζουζέπε Τορνατόρε, ο εμβληματικός σκηνοθέτης του οσκαρικού «Σινεμά ο Παράδεισος», αποτίνει φόρο τιμής στον συμπατριώτη του Έννιο Μορικόνε (1928-2020), στο εξαιρετικό ντοκιμαντέρ «EnnioThe Maestro», πλημμυρισμένο από τις συναρπαστικές μουσικές του. Σε αυτό το χορταστικό δυομισάωρο ντοκιμαντέρ, ο ίδιος ο συνθέτης αφηγείται μπροστά στην κάμερα του Τορνατόρε, τις άγνωστες δυσκολίες που αντιμετώπισε στα πρώτα βήματα μιας λαμπρής καριέρας, που εκτείνεται σε επτά δεκαετίες, μνημονεύοντας και αρκετές από τις χρυσές στιγμές της, ανάμεσα σε αρχειακό υλικό βιντεοσκοπημένων αποσπασμάτων, παλιότερων τηλεοπτικών συνεντεύξεων, άφθονων εικόνων και φωτογραφιών από το προσωπικό αρχείο του συνθέτη, καθώς και απολαυστικά αποσπάσματα των διάσημων ταινιών, για τις οποίες συνέθεσε πολύ αναγνωρίσιμα μουσικά θέματα. Παράλληλα, πλειάδα γνωστών μουσικών, συνθετών, παραγωγών και σκηνοθετών, όπως οι Κουίνσι Τζόουνς, Χανς Ζίμερ, Μπρούς Σπρίνγκστιν, Πατ Μεθένι, Νικόλα Πιοβάνι, Κλιντ Ίστγουντ, Λίνα Βερτμίλερ, Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, Μάρκο Μπελόκιο κ.ά., εμφανίζονται να σχολιάζουν το τεράστιο ταλέντο και τη μουσική του ιδιοφυΐα.

Με σημείο εκκίνησης τον Μορικόνε στο γεμάτο σημειώσεις γραφείο του, ο συνθέτης απαθανατίζεται ξαπλωμένος ανάμεσα σε χειρόγραφες παρτιτούρες, δίσκους και βιβλία, να κουνάει τα χέρια του σαν να διευθύνει, στο ρυθμό της συμφωνικής μουσικής που ακούει. Γιος εξαίρετου τρομπετίστα που βιοποριζόταν παίζοντας επαγγελματικά τρομπέτα σε μικρό μουσικό σχήμα, ο Έννιο Μορικόνε ξεκίνησε μελετώντας τρομπέτα, στα χνάρια του πατέρα του, πριν σπουδάσει μουσική σύνθεση στην Εθνική Ακαδημία. Βιογραφικά στοιχεία εναλλάσσονται με φωτογραφίες και τηλεοπτικά στιγμιότυπα από τις πρώτες εμφανίσεις του Μορικόνε στην ιταλική τηλεόραση ως ενορχηστρωτή διάσημων ιταλικών τραγουδιών, όπως το «Sapore di sale» του Τζίνο Πάολι, το οποίο απογειώθηκε με τις ρυθμικές ιδέες του Μορικόνε το 1963.

Αρχικά έγραψε έργα για τρομπέτα σε επιθεωρήσεις, συνθέτοντας χορευτικές μουσικές. Μεταπολεμικά βιοπορίστηκε ως επιτυχημένος ενορχηστρωτής στούντιο για την RCA, όπου συνεργάστηκε με διάσημους μουσικούς, όπως ο Τσετ Μπέικερ, πριν στραφεί στη μουσική για το σινεμά. Αναφερόμενος στο μεγάλο αγώνα του να καθιερώσει το ταλέντο του, μιλάει με πίκρα για τις διακρίσεις και την απόρριψη που αρχικά συνάντησε, καθώς οι πειραματικές καινοτομίες που εισήγαγε αντιμετωπίστηκαν με οξεία κριτική από τους παλιότερους αναγνωρισμένους ακαδημαϊκούς δασκάλους του, που θεωρούσαν εκείνη την εποχή τη μουσική για το σινεμά κατώτερο είδος μουσικής σύνθεσης. Δίχως ωστόσο να το βάλει κάτω, ο Μορικόνε συνέχισε ακάθεκτος τη δημιουργική και πολύ παραγωγική του πορεία. Συνθέτοντας πυρετωδώς μουσική για ταινίες τη μία μετά την άλλη, οι εμπνευσμένες του μελωδίες άρχισαν να έχουν τεράστια απήχηση και πολύ σύντομα οι εχθροί του αναγκάστηκαν να αναγνωρίσουν το ταλέντο του. «Ο Μορικόνε ήταν η μεγάλη εξαίρεση σε όλους τους κανόνες», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Νικόλα Πιοβάνι, δηλώνοντας τον απέραντο σεβασμό του στον μαέστρο.

Μιλώντας για τις κλασικές επιρροές του, ο Μορικόνε αποκαλύπτει συγκινημένος πως γνώρισε την αντίστιξη από τον Παλεστρίνα, μιλάει με θαυμασμό για τα έργα του Μπαχ, ενώ αναφέρεται στο πάθος του για τον Στραβίνσκι. Σκηνοθέτες μιλάνε για τη συνεργασία τους μαζί του, συνθέτες εξηγούν τις πρωτοπόρες για την εποχή ιδέες του, ενώ ο ίδιος μοιράζεται μερικά από τα μικρά μυστικά της δουλειάς του, αποκαλύπτοντας συγκεκριμένες επιρροές από Μότσαρτ, Μπετόβεν, Σοπέν και Τσαϊκόφσκι. Κατά την πρώτη του περίοδο επηρεάστηκε αρκετά από τις ενορχηστρώσεις για στρατιωτικές μπάντες, ενώ αργότερα επηρεάστηκε από τον Τζον Κέιτζ, ιδρύοντας αρχές του ’60 το μουσικό σχήμα Nuova Consonanza, μακριά από τις παραδοσιακές τεχνικές, ώστε να εμβαθύνει στους ηχητικούς πειραματισμούς, με ατονικές φρι τζαζ συνθέσεις γεμάτες αυτοσχεδιασμούς, που βρήκαν τη θέση τους στα ιταλικά τζάλο φιλμ και ειδικά στις ταινίες τρόμου του Ντάριο Αρτζέντο. Γεμάτος νέες ιδέες, ο Μορικόνε δεν έπαψε να πειραματίζεται εισάγοντας εμπνευσμένους ήχους και διαφορετικούς ρυθμούς στις ενορχηστρώσεις του, ενώ συνεχίζοντας την παράδοση της αναγεννησιακής αντίστιξης κατάφερε να συνδυάσει στη λαϊκή ψυχαγωγία νεωτεριστικές πειραματικές ιδέες, κρατώντας ζηλευτή ισορροπία μεταξύ ψυχαγωγικού και καινοτόμου ύφους, εισάγοντας στις συνθέσεις του λάτιν ρυθμούς, στοιχεία από σάμπα, τζαζέ ενορχηστρώσεις, προκλασική αντίστιξη και πλήθος ηχητικών πειραματισμών της αβάν γκαρντ μουσικής, αποθεώνοντας τα σπαγγέτι γουέστερν του συμμαθητή του Σέρτζιο Λεόνε, που έγραψαν ιστορία, με το σφύριγμα -σήμα κατατεθέν της μουσικής υπογραφής του στα γουέστερν- να αποτελεί μοναδική ενορχηστρωτική πρωτοτυπία του. Αποκαλύπτει μάλιστα, πως η βασική του έμπνευση για την περίφημη μουσική της ταινίας «Μονομαχία στο Ελ Πάσο» (1965/Σέρτζιο Λεόνε) αποτέλεσε η «Τοκάτα και φούγκα» του Μπάχ, σε ρε ελάσσονα.

Μετά από πολλά αποσπάσματα μουσικών του, για ταινίες του Έλιο Πέτρι, Σέρτζιο Κορμπούτσι και Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, ανάμεσά τους και η σκηνή της ταραντέλας από το «Αλονζανφάν» (1974/αδερφοί Ταβιάνι), όπου γίνεται αναφορά στη «μουσική αντίληψη του Μορικόνε να συνθέσει ήχους και μουσική με την Ιστορία», καθώς και απόσπασμα της ταινίας «Σάκο και Βαντσέτι» (1971/Τζουλιάνο Μοντάλντο), όπου η Τζόαν Μπαέζ τραγουδάει το περίφημο «Here’ s to you», ο Μορικόνε μιλάει για τη μουσική της ταινίας «Η Αποστολή» (1986/Ρολάν Τζοφέ), όπου συνδύασε τις διαφορετικές παραδόσεις των μοτέτων της θρησκευτικής δυτικής μουσικής, το όμποε των προκλασικών κονσέρτων και έθνικ στοιχεία των μουσικών παραδόσεων των αυτόχθονων ινδιάνων. Στη συνέχεια, ο Τορνατόρε αναφέρεται στη δική του συνεργασία με τον Μορικόνε, στις περισσότερες ταινίες του, όπως «Σινεμά ο Παράδεισος» (1988), «Ο θρύλος του 1900» (1998), «Μαλένα» (2000), «Η άγνωστη» (2009) και «Το τέλειο χτύπημα» (2013), ενώ ο ίδιος ο συνθέτης αποκαλύπτει πως για την πρωτότυπη μουσική στην ταινία «Οι Μισητοί Οκτώ» (2015/Ταραντίνο) επηρεάστηκε από τη φούγκα ψαλμών του Στραβίνσκι.

Από τις πιο συγκινητικές στιγμές της ταινίας είναι η αναφορά του με θαυμασμό και τρυφερότητα στην αγαπημένη του σύζυγο Μαρία Τράβια, με την οποία παντρεύτηκε το 1956 και ζήσανε μαζί πάνω από εξήντα χρόνια. Έχοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στο γούστο της συζύγου του και στην κρίση της, ο Μορικόνε σε αυτήν παρουσίαζε για πρώτη φορά τις συνθέσεις του, σίγουρος πως ό,τι της άρεσε ήταν άξιο για να ασχοληθεί περαιτέρω, ενώ ήταν έτοιμος να απορρίψει κάθε τι που δεν ενέκρινε.

Ο κινηματογραφικός συνθέτης Μάικλ Ντάνα αναφέρει «ο Μορικόνε έσβησε τα σύνορα συμφωνικής και λαϊκής μουσικής», ενώ ο Μπρους Σπρίνγκστιν δηλώνει μεγάλος θαυμαστής του. Αναμφισβήτητα οι επαναστατικές ενορχηστρωτικές ιδέες του Μορικόνε δημιούργησαν ένα πολύ αναγνωρίσιμο στυλ, ενώ οι πρωτότυπες μουσικές του για το σινεμά είχαν τεράστιο αντίκτυπο ως κινηματογραφικές συνθέσεις, επηρεάζοντας τον τρόπο με τον οποίο οι θεατές αντιλαμβάνονταν το κινηματογραφικό θέαμα, μέσα από τη δυναμική ένταση της μουσικής του, σε βαθμό που θεωρήθηκε πως είναι σαν να βλέπεις ένα άλλο, παράλληλο φιλμ. Το εξαιρετικό αυτό ντοκιμαντέρ κλείνει με μια απρόσμενη αναφορά στον Πολιτιστικό Σύλλογο Φίλων του Έννιο Μορικόνε στην Ελλάδα, όπου αποκαλύπτεται πως έχει πολλούς θαυμαστές.

Ιφιγένεια Καλαντζή 
Το κείμενο δημοσιοεύτηκε στον ιστοσελίδα edromos.gr

Smart Search Module