Μενού

ΕΝΑ ΓΚΟΛ ΓΙΑ ΤΗ ΝΙΚΗ - Γιάννης Βασιλείου

2043 5

Στα 31 γκολ είχε σταματήσει το κοντέρ ενός εφιαλτικού αγώνα ανάμεσα στην Αυστραλία και την Αμερικανική Σαμόα στα προκριματικά του Μουντιάλ του 2002. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη διαφορά τερμάτων στην ιστορία του Παγκοσμίου Κυπέλλου. Mια δεκαετία αργότερα, με τη FIFA να έχει θεσπίσει προκριματικά των…προκριματικών, ώστε να αποφευχθούν τέτοια σκορ λόγω των χαοτικών διαφορών δυναμικότητας, η Αμερικανική Σαμόα βρίσκεται στον πάτο της παγκόσμιας κατάταξης, φέρει τον τίτλο της «χειρότερης εθνικής ομάδας του κόσμου» και στα χαρτιά ετοιμάζεται για μια ακόμα καταστροφική, σύντομη πορεία στα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου. Ο πρόεδρος της ομοσπονδίας, σαν άλλος Αλκέτας Παναγούλιας, τους ζητάει απλά να βάλουν ένα γκολ και για να το πετύχει προσλαμβάνει τον Τόμας Ρόνγκεν, ένα απίθανο Ολλανδό προπονητή που έκανε καριέρα στις ΗΠΑ και έρχεται κάπως απρόθυμα για να προπονήσει την Εθνική τους Ομάδα, μόλις τρεις εβδομάδες πριν τον πρώτο της αγώνα.

Η ιστορία αυτή, που αποτέλεσε υλικό για το ωραιότατο ντοκιμαντέρ «Νext Goal Wins», γίνεται ταινία μυθοπλασίας με το ίδιο όνομα δια χειρός Τάικα Γουαϊτίτι, με τον Μάικλ Φασμπέντερ στον ρόλο του Ρόνγκεν. Η viral αντιπάθεια προς το πρόσωπό του Γουαιτίτι, που οφείλεται κυρίως στην δυσαρέσκεια της fan κοινότητας, λόγω του «Thor: Love and Thunder», πέρασε και στην κριτική αποτίμηση της ταινίας. Αυτό δεν προκύπτει τόσο από τα αστεράκια και το score της ταινίας, άλλωστε έχει προβλήματα, όσο από την χολερική ρητορική των κειμένων, για πράγματα που στο «Hunt for the Wilderpeople» για παράδειγμα είχαν λογαριαστεί για προτερήματα. Δυστυχώς, η κριτική της γενιάς του υπογράφοντος και της αμέσως επόμενης, αποδεικνύεται συστηματικά επιρρεπής στις σοσιομιντιακές τάσεις των καιρών – δεν είναι τυχαίο που θα θυμηθεί πόσο καλός είναι ο Νίκολας Κέιτζ, όταν το θυμηθούν και τα memes και τα gifs, που μέχρι πρότινος τον είχαν καταστήσει υποκριτικό ανέκδοτο.

Με μπόλικη διάθεση για σαχλαμαρισμό, ο Γουαιτίτι επιχειρεί να μας κάνει να γελάσουμε και κάποιες φορές το καταφέρνει. Η ροπή προς την εξυπνάδα, βέβαια, έχει κόστος. Κάποιες φορές θέλει να δούμε το δράμα αλλιώς, όπως στο ξέσπασμα της Τζέια στις τουαλέτες ή στην αποκάλυψη της προσωπικής τραγωδίας του Ρόνγκεν. Όταν, όμως, στο επόμενο δευτερόλεπτο θα έρθει μια εξυπνάδα και όταν η χαρακτηρολογική ανάπτυξη αντιμετωπίζεται με διάθεση παρωδίας, δια της εκφώνησης των κλισέ δραματουργικής ανάπτυξης και κινηματογραφικής μεταχείρισης αντίστοιχων ιστοριών, ε, είναι λίγο δύσκολο να πάρουμε στα σοβαρά την δραματουργία από μόνοι μας.

Αυτά, αν θες να δεις το ποτήρι μισοάδειο. Αν το βλέπεις μισογεμάτο, σκέφτεσαι ότι σε διαφορετική περίπτωση θα έκανες λόγω για ένα συμβατικό underdog story, ενώ τώρα, καλώς ή κακώς, έχεις ένα underdog story με την σφραγίδα Γουαϊτίτι, άρα κάτι διαφορετικό. Λειτουργεί θετικά και η παρουσία του Φασμπέντερ, που επιδεικνύει για δεύτερη φορά μετά το «Killer» στόφα πρωταγωνιστή, και εκφέρει τα ευφυολογήματα εντός χαρακτήρα και όχι αυτοπαρωδικά - και τα κάνει ακόμα πιο αστεία. Η ποδοσφαιρική δράση δε, είναι πιο φυσική από όσο θα σε έκανε να πιστεύεις μια γενικότερη άγνοια και προχειρότητα προς τις εξωγηπεδικές διαδικασίες. Στο τέλος ο λογαριασμός γράφει ότι ο Γουαιτίτι πέτυχε να μεταδώσει εκείνη τη fun διάσταση του τίτλου, που παραπέμπει σε κανονισμούς «αλάνας», και να μετατρέψει το άθλημα σε παιχνίδι.

Γιάννης Βασιλείου
Το κείμενο δημοσιομεύtηκε στην ιστοσελίδα cinemagazine.gr 

Smart Search Module