Μενού

ΤΡΕΙΣ ΣΩΜΑΤΟΦΥΛΑΚΕΣ: ΜΙΛΑΙΔΗ, ΟΙ - Ηλίας Φραγκούλης

2173 2

Αναζητώντας τα ίχνη της απαχθείσας αγαπημένης του Κονστάνς, ο Ντ’ Αρτανιάν υποχρεώνεται να συνεταιριστεί με τη διαβολική Μιλαίδη, ρισκάροντας να βρεθεί σε μέτωπα που προσβάλλουν τα δικά του συμφέροντα και συμμαχίες οι οποίες θέτουν σε εμπόλεμους κινδύνους την πατρίδα του.

Η προβλεπόμενη συνέχεια του περσινού «Οι Τρεις Σωματοφύλακες: Ντ’ Αρτανιάν» (στα πρότυπα της διπλής κινηματογραφικής παραγωγής του 1973 και του 1974) χάνει ελάχιστα στον τομέα της έκπληξης. Ο θεατής δεν αιφνιδιάζεται από την ποιότητα της δουλειάς, πια, και απλά παρακολουθεί την εξέλιξη της δράσης. Εδώ εντοπίζεται και το μοναδικό έτερο «πρόβλημα» του «Οι Τρεις Σωματοφύλακες: Μιλαίδη»: τόσους μήνες αργότερα και με τόσες μηχανορραφίες στην ιστορική περίοδο όπου διαδραματίζεται το έργο, ο θεατής αισθάνεται πως θα χρειαζόταν ένα… manual χρήσης και όχι μόνο μια μικρή περίληψη εισαγωγής από το προηγούμενο φιλμ.

Φυσικά, η Μιλαίδη παραμένει ζωντανή κι ανέπαφη από την πτώση της στο κενό ενός παραθαλάσσιου γκρεμού και εξακολουθεί να δολοπλοκεί εις βάρος της Γαλλίας, ενώ η άμοιρη Κονστάνς κρατείται ακόμα αιχμάλωτη από την ομάδα των συνωμοτών που αποπειράθηκαν να δολοφονήσουν τον Λουδοβίκο ΙΓ´. Εξαιτίας της αναζήτησης της δεύτερης, ο Ντ’ Αρτανιάν δεν ακολουθεί πιστά τους Τρεις Σωματοφύλακες και ρισκάρει να χαρακτηριστεί και προδότης της πατρίδας του, ειδικά από τη στιγμή που θ’ αναγκαστεί να σώσει τη Μιλαίδη, ελπίζοντας πως εκείνη θα τον βοηθήσει να βρει την αγαπημένη του, κατά προτίμηση ζωντανή (πράγμα δύσκολο, διότι η Κονστάνς έχει υπάρξει αυτόπτης μάρτυρας συνάντησης προσώπων που αν αποκαλυφθεί πως εμπλέκονται στην υπόθεση απόπειρας δολοφονίας του Βασιλιά, θα οδηγηθούν στην κρεμάλα).

Το ιστορικό πλαίσιο του πολυδιαβασμένου έργου του Αλέξανδρου Δουμά βρίθει εξελίξεων ηγεμονικών, θρησκευτικών, πολιτικών και γεωγραφικών, γεγονός που μπορεί να προβληματίσει έναν… ανιστόρητο θεατή. Αυτό, σε συνδυασμό με τη σεναριακή δομή της «Μιλαίδης» που προσθέτει διαφορετικές υποπλοκές για κάθε Σωματοφύλακα, κατά στιγμές μοιάζει να απαιτεί το… πάτημα ενός φρένου, για να συγκρατήσεις όλες τις πληροφορίες που τρέχουν μπροστά σου! Ευτυχώς, η ροή της αφήγησης είναι τόσο χορταστική, με τον Μαρτάν Μπουρμπουλόν να λαμβάνει ξανά (και επάξια) τα διαπιστευτήρια ενός σκηνοθετικού αποτελέσματος που πολλοί συνάδελφοί του δεν θα ήταν ικανοί να φέρουν εις πέρας, υποστηριζόμενος από ένα επίπεδο παραγωγής θαυμαστό και… διόλου τσιγγούνικο.

Από το καστ, τούτη τη φορά, όπως μαρτυρά και ο τίτλος, το βάρος της ιστορίας σηκώνει περισσότερο στις πλάτες της η Εύα Γκριν, η οποία δείχνει να το διασκεδάζει διαβολεμένα ως η απόλυτη femme fatale της Αυλής, δρώντας με την ίδια άνεση μεταξύ Γαλλίας και Αγγλίας, και παίζοντας απολαυστικά εκφραστικά τόσο στο ύφος του σκοτεινά και καταραμένα δραματικού (βλέπε δεσμούς με το άγνωστο παρελθόν της), όσο και στο διπρόσωπα πανούργο.

Δίχως ν’ αποτελεί «spoiler», με εξέπληξε η επιλογή – πρόταση της παραγωγής για ακόμη ένα cliffhanger «φινάλε», ώστε ν’ ακολουθηθεί το μοτίβο μιας επερχόμενης συνέχειας, όπως είχε διαπράξει και ο Ρίτσαρντ Λέστερ το 1989. Σε περίπτωση που αργήσει… παρομοίως τόσο πολύ, τι ακριβώς θα θυμόμαστε από όλα αυτά;

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Όσοι είχατε την τύχη να παρακολουθήσετε τον «Ντ’ Αρτανιάν» στη μεγάλη οθόνη, γνωρίζετε σε απόλυτο βαθμό για πόσο ψυχαγωγική και καλοδουλεμένη ταινία μιλάμε. Μόλις ένα σκαλοπατάκι χαμηλότερα τοποθετείται αξιολογικά τούτο το sequel, οπότε… σπεύσατε! Για εκείνους που δεν είχαν δει την περσινή πρώτη ταινία, είναι διαθέσιμη και σε πλατφόρμες του home entertainment, οπότε ξεκινάτε από homework και συνεχίζετε στις αίθουσες. Αξίζει τον κόπο.

Ηλίας Φραγκούλης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr

Smart Search Module