Μενού

ΦΟΝΙΣΣΑ - Φίλιππος Χατζίκος

1951 2

Η Φόνισσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη είναι ένας από τους θεμέλιους λίθους της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Η ιστορία είναι γνωστή στα πέρατα της χώρας, μέρος της διδακτέας ύλης του λυκείου, με συνοδευτικές αναλύσεις περισσότερες από οποιοδήποτε άλλο ελληνικό πεζογράφημα. Οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν για οποιαδήποτε απόπειρα κινηματογραφικής μεταφοράς είναι πολλοί και ετερογενείς. Αρχικά, η σεναριακή διασκευή που μοιραία θα αφαιρέσει όσα στοιχεία της -πλούσιας εν προκειμένω- πλοκής δε χωρούν στην αφήγηση, ερχόμενη στην αμήχανη θέση της επέμβασης επί ενός κειμένου μυθικών διαστάσεων. Έπειτα, η παπαδιαμαντική γλώσσα, το χαρακτηριστικό ιδίωμα, θα πρέπει να βρεθεί τρόπος να μεταφερθεί στην οθόνη χωρίς να είναι αυτοσκοπός του κινηματογραφικού κειμένου. Τέλος, το πλεόνασμα σεβασμού που πάντοτε σε αυτές τις περιπτώσεις απειλεί να απλώσει ένα ιδιαίτερα βαρύ πέπλο στην κινηματογραφική μεταφορά, συχνά περιορίζοντας την πρωτοβουλία της δημιουργικής ομάδας και ωθώντας την ταινία προς μια κατεύθυνση δραματοποιημένης εκδοχής ενός βιβλίου-σταθμού.

Η έμπειρη σεναριογράφος Κατερίνα Μπέη και η σκηνοθέτιδα Εύα Νάθενα κατορθώνουν να ξεγλιστρήσουν από αυτές τις παγίδες. Το σενάριο της πρώτης διαπνέεται από την αναγκαία ελευθερία και αναδιατάσσει τα γεγονότα της Φόνισσας ώστε να υπηρετήσει την ιστορία που αφηγείται η ταινία και όχι ο Παπαδιαμάντης, χωρίς να απομακρύνεται από τα όρια που θέτει η νουβέλα. Το μεγάλο κερδισμένο στοίχημα, βέβαια, ανήκει στη Νάθενα, στην πρώτη της δοκιμασία στη σκηνοθετική καρέκλα, η οποία παραδίδει ένα έργο ολότελα δικό της, αναζητώντας την κινηματογραφικότητα της γραφής του Παπαδιαμάντη (ας επιτραπεί ο καταχρηστικός αναχρονισμός της ορολογίας) στο πυκνό περιβάλλον της αφήγησης. Η πολύχρονη σταδιοδρομία της στη σκηνογραφία και την ενδυματολογία είναι κάτι παραπάνω από εμφανής, όχι μόνο επειδή επιμελείται η ίδια τη διεύθυνση παραγωγής και τα κοστούμια της ταινίας, αλλά γιατί η καρδιά της δικής της Φόνισσας βρίσκεται ακριβώς εκεί: στα σκηνικά που έχουν καταπιεί την καταχνιά όλου του κόσμου και συνθέτουν ένα αρραγές σύμπαν που προδικάζει τη μοίρα των ανθρώπων σε αυτή τη γωνιά της γης.

Οι χαρακτήρες της Φόνισσας περιφέρονται σαν κουφάρια, κάτωχροι, μόνιμα σκυθρωποί και παραιτημένοι. Οι διάλογοι τούς βαραίνουν, συνομιλούν αποκλειστικά για τα απολύτως απαραίτητα, οι γκρίζες αποχρώσεις της στέρφας γης και των ασφυκτικών κλειστών χώρων σκεπάζουν κάθε κίνησή τους. Υπάρχει μία δόση επιτέλεσης στη μοιρολατρική τους συνθήκη, σαν να αναγνωρίζουν την ανέλπιδη πραγματικότητά τους και να την υπηρετούν μηχανικά και επαναληπτικά έως ότου ο θάνατος διακόψει την ατελέσφορη τελετουργία τους. Η Νάθενα καδράρει τους χαρακτήρες με κλειστοφοβική αυστηρότητα και το πένθιμο περιβάλλον τούς νεκρολογεί άηχα. Αυτό είναι το πλαίσιο στο οποίο η (αντι)ηρωίδα Φραγκογιαννού αναπτύσσει τη δράση της, ανάμεσα σε συγκαταβατικές απουσίες και βουβές κραυγές πόνου.

Από τη σκοπιά των εμπορικών αξιώσεων, είναι τολμηρή η επιλογή της δημιουργού να διασκευάσει τη νουβέλα του Παπαδιαμάντη με τη μορφή ενός δραματικού θρίλερ. Η προσεγμένη εικονογραφία της και οι θεματικές καταβολές της ταινίας, που άγονται σε ηθογραφικές παραδόσεις, την οδηγούν σε μονοπάτια που παραπέμπουν στο λεγόμενο folk horror, ένα εσχάτως δημοφιλέστατο υπο-είδος σινεμά τρόμου. Η Νάθενα διαβάζει τη Φόνισσα σαν ιστορία φαντασμάτων και τη Χαδούλα/Φραγκογιαννού σαν έναν άνθρωπο τρεμάμενου λογισμού έτοιμου να εκτραχυνθεί ανά πάσα στιγμή. Η αφήγησή της θυμίζει πότε αρχαιοελληνική τραγωδία και πότε σπαρακτικό μοιρολόι. Μέσα από το κείμενό της προκύπτουν ανάγλυφα τα δραματικά φορτία που κουβαλά, όσο και αν μερικές φορές η υψηλή της αισθητική επικρατεί όσων προωθούν την ιστορία της ταινίας ένα βήμα παραπέρα.

Στο κανονιστικό πλαίσιο της ταινίας, η γέννηση ενός κοριτσιού ερμηνεύεται από την οικογένειά του σαν θανατική καταδίκη. Εάν το πρώτο βρεφικό κλάμα είναι γένους θηλυκού, αυτό σημαίνει αυτομάτως την ενεργοποίηση του θεσμού της προίκας, σε μία συγκυρία που οι οικογένειές δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν μέχρι και τα στοιχειώδη. Οι βρεφοκτονίες κοριτσιών υπήρξαν ένα φαινόμενο που λάμβανε χώρα σε εκτεταμένη κλίμακα μέσα σε μια αποτρόπαιη ομερτά˙ η Φραγκογιαννού στην ταινία, όπως και στις σελίδες του Παπαδιαμάντη, εμφανίζεται ως εκτελεστικός βραχίονας μιας συλλογικής επιλογής που λαμβάνεται μέσα σε συνθήκες απόγνωσης. Εκείνη που θα αναλάβει δράση για να εξουδετερώσει ένα δεινό με ένα ακόμα μεγαλύτερο, μπολιάζοντας την ψυχή της με τη φρίκη της δολοφονίας των βρεφών.

Πριν βρεθεί ανάμεσα στις συμπληγάδες των κοινωνικών επιταγών που αντιμάχεται και των τύψεων που την κατατρώνε, η Φόνισσα υπήρξε πρώτα η ίδια μάνα και κόρη, μια ενσάρκωση του γυναικείου διαγενεακού τραύματος. Είναι μια κληρονόμος της αδυσώπητης πατριαρχικής βίας που αρνείται να συμμετάσχει στη διαιώνισή της, κόβοντας το νήμα της ζωής των μικρών κοριτσιών, με ή χωρίς τη συγκατάθεση των πατεράδων τους. Από όλα τα φαντάσματα που τη διώκουν, το καθοριστικότερο είναι αυτό της Δελχαρώς, της μητέρας της, που της αρνείται την ησυχία ακόμα και τόσα χρόνια μετά τον θάνατό της. Κάθε απόπειρά της να δικαιολογήσει τα πεπραγμένα της, «μεταξύ θείας και ανθρώπινης δικαιοσύνης», προσκρούει στο ανυπέρβλητο εμπόδιο της μάνας που θα εμφανιστεί εμπρός της και θα προφέρει τη λέξη που την επαναφέρει στον ωκεανό των ενοχών: φόνισσα.

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, έχοντας καταθέσει προ καιρού τα διαπιστευτήριά της, υπηρετεί το δραματικό ψυχογράφημα που επιχειρεί η ταινία σε κάθε του απόχρωση. Η δική της βλοσυρή Φραγκογιαννού είναι ταυτόχρονα σκληραγωγημένη και μαραμένη, με ατσαλένια θέληση αλλά λαβωμένο μυαλό. Ηττημένη από τη βία που έχει γνωρίσει από την αρχή του βίου της αλλά και πρόθυμη να προβεί σε πράξεις που προκαλούν δέος και ανατριχίλα. Η Νάθενα και η Μπέη, παίρνοντας τη σκυτάλη από τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, δεν προσεγγίζουν ανακριτικά την εγκληματική δράση της. Αντίθετα, επιχειρούν να την εντάξουν σε ένα ευρύτερο σύνολο κοινωνικών συμπεριφορών, να την εξετάσουν ως αποκλίνουσα απόρροια μίας αφόρητης καταπιεστικής πραγματικότητας. Την τοποθετούν σε ένα μέρος που μοιάζει στοιχειωμένο, στο οποίο οι γυναίκες υπομένουν άδοξα τα βάσανά τους. Δεν είναι όμως κάποια ηρωική μαχήτρια που επιχειρεί να σπάσει τον κύκλο της βίας. Η Χαδούλα (αφάνταστα πικρή η ειρωνεία του βαφτιστικού ονόματός της) είναι μία τραγική φιγούρα που συνθλίβεται πρώτα από τις συνθήκες και έπειτα από τις πράξεις της. Σε αυτή την αποχρωματισμένη δυστοπία της κινηματογραφικής Φόνισσας, οι άνθρωποι μοιάζουν με φαντάσματα εγκλωβισμένα σε έναν τόπο έρημο από Θεό και δικαιοσύνη, ακούσιοι υπηρέτες της πατριαρχικής βίας που ορίζει τη δύστυχη μοίρα τους. Με τα χέρια δεμένα και τις καρδιές παγωμένες, μέρη μίας πένθιμης χορογραφίας, με κορυφαία τη Φραγκογιαννού, που δεν έχει τελειωμό. Σαν κλωστές τοποθετημένες στον αργαλειό που θα συνθέσει την προδιαγεγραμμένη πορεία τους.

Φίλιππος Χατζίκος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα cinedogs.gr

Smart Search Module