Μενού

DALILAND - Αλέξανδρος Ρωμανός Λιζάρδος

2082 2

-Πώς είναι να δουλεύεις για τον Νταλί;
-Σα να προσγειώθηκες σε άλλον πλανήτη! 

Έναν χρόνο μετα τον θάνατο του Πικάσο, ο Νταλί (Ben Kingsley), αν και με προχωρημένο πάρκινσον, θέλει ακόμα περισσότερο να αποτυπώνει τον εσωτερικό [και εξωτερικό] ψυχισμό σε κάθε πίνακα του. Η σχέση του με την Γκαλά (Barbara Sukowa) που σε κάθε ευκαιρία ψάχνει νέο ερωμένο, απλά τον ανακουφίζει καθώς η υπερσεξουαλική της δραστηριότητα του αφήνει χρόνο να δημιουργήσει. Όταν ο νεαρός Τζέιμς (Christopher Briney) (τον οποίο ο ζωγράφος θα αποκαλεί -μεταξύ εκατοντάδων άλλων- Άγιο Σεβαστιανό) αναλάβει βοηθός του και τον γοητεύσει με την ποιητική παρατηρητικότητα του, το σύμπαν του θα αρχίσει να αποκωδικοποιείται. 

Το παράξενο μετατρέπει σε πρωτότυπο κάθε τι που το εμπνέει. Σε αυτό το συντριπτικό ρητό, χαράσσεται η εξέλιξη του Νταλί, μέχρι και την εποχή του απόηχου της διαβολικής έμπνευσης. Βλέπουμε τον βουαγιεριστή, τσιγκούνη αλλά ιδιοφυή καλλιτέχνη να έρχεται αντιμέτωπος με την φθορά

The painting is not a painting

Με σύντομες χρονικές αναδρομές, εστιάζουμε στο διαφορετικό αφήγημα της οργής:  Στην εποχή που η νεολαία θέλει ειρήνη και αγάπη, εκείνον τον κινητοποιεί -και εμπνέει- αποκλειστικά η οργή. Η καταπιεσμένη οργή στις έσχατες μέρες του, τον οδηγεί να πουλάει την υπογραφή του ως ανάμνηση της καλλιτεχνικής του μοναδικότητας. Όλοι κλέβουν από τον Νταλί κάτι, καθώς είναι ξέχειλος από όσα συναθροίζονται στην τέχνη του.

Όταν η κουστωδία τρέφεται από το «κτήνος»

Με τους Αμάντα Λιρ και Άλις Κούπερ να υπενθυμίζουν πως «οι παρέες γράφουν ιστορία», ο κόσμος των πάρτι, της υπερβολής και της επιβεβλημένης χαράς φέρει ακόμα περισσότερους προβληματισμούς που μας οδηγούν στο παρακάτω ερώτημα: Είμαστε τελικά η υπογραφή μας; Η έχουμε δικαίωμα σε πολλά πρόσωπα και υπογραφές

Η σύνοψη της ταινίας

Στα τελευταία χρόνια του θυελλώδους γάμου του ιδιοφυούς Σαλβαδόρ Νταλί και της τυραννικής συζύγου του Γκαλά, ο φαινομενικά ακλόνητος δεσμός τους αρχίζει να σπάει. Τοποθετημένη στη Νέα Υόρκη και την Ισπανία του 1973, η ιστορία εκτυλίσσεται μέσα από τα μάτια του Τζέιμς, ενός νεαρού βοηθού γκαλερίστα που θέλει να ανελιχθεί στον κόσμο της τέχνης και βοηθά τον εκκεντρικό και ανισόρροπο Νταλί να προετοιμαστεί για μία μεγάλη έκθεση.

Το όραμα της σκηνοθέτιδας

«Πριν από επτά χρόνια, δέχτηκα ένα τηλεφώνημα για να αναλάβω μία ταινία για τον Σαλβαντόρ Νταλί. Αρχικά ήμουν επιφυλακτική γιατί είχα ήδη κάνει μία ταινία για έναν εμβληματικό καλλιτέχνη με το I Shot Andy Warhol, και δεν ήθελα να κινηθώ σε παρόμοιο πλαίσιο» εξηγεί η Μέρι Χάρον.

Όταν όμως έδειξε το υλικό της έρευνας στον σύζυγο της, τον σεναριογράφο και σκηνοθέτη Τζον Γουόλς, εκείνος σκέφτηκε μία ιδέα που την ώθησε να αλλάξει γνώμη. «Το πιο συναρπαστικό στην πλοκή ήταν ο φόβος του Νταλί για τον θάνατο. Αυτό τον έκανε πολύ ανθρώπινο. Παρόλο που ήταν μία ιδιοφυία, μας έμοιαζε πολύ. Δεν θέλαμε να κάνουμε μία κλασική βιογραφία. Αποφασίσαμε να κινηθούμε σε ένα μικρό χρονικό πλαίσιο και να επικεντρωθούμε στον Νταλί ως άνθρωπο και όχι ως καλλιτέχνη» επισημαίνει ο Γουόλς. «Στη Μέρι άρεσε επίσης ότι η Γκαλά δεν είχε παρουσιαστεί ξανά, οπότε τονίσαμε τον ρόλο της. Μας ενθουσίασε η ευκαιρία να στρέψουμε το βλέμμα στον ταραχώδη γάμο τους».

Για να μπούμε στον κόσμο τους, το όχημα που επινόησαν οι δημιουργοί ήταν ένας νεαρός ενζενί, ο Τζέιμς, που κινείται ανάμεσα τους με την ελπίδα να εκπαιδευτεί πλάι στον ήρωα του, τον Νταλί.

Το άλλο στοιχείο που εξέτασαν ήταν η ζωή του Νταλί ως ηλικιωμένου άντρα στη Νέα Υόρκη στα ‘70s, με καλλιτεχνικές συνεργασίες με τον Άλις Κούπερ και εξόδους στο Studio 54: «Ζούσε με πολύ μοντέρνο τρόπο στα ‘70s, αν και όλοι τον έχουμε στο μυαλό μας σαν έναν σουρεαλιστή των ‘30s» λέει η Χάρον. 

«Πιστεύω ότι η ταινία της Μέρι θα προκαλέσει πολλά διαφορετικά συναισθήματα στο κοινό, οι θεατές θα γελάσουν, θα δακρύσουν και θα συνειδητοποιήσουν ότι ο Νταλί ήταν πραγματικά ένα αίνιγμα. Όλοι ξέρουν το μουστάκι του και τον πίνακα με τα ρολόγια που λιώνουν, αλλά λίγοι ξέρουν ποιος ήταν πραγματικά ο Νταλί» σχολιάζει ο Εντ Πρέσμαν, ένας από τους παραγωγούς της ταινίας. «Πιστεύω ότι με έναν απρόσμενο τρόπο η ταινία της Μέρι θα τον κάνει ακόμα πιο μυστηριώδη και ότι οι θεατές θα νιώσουν την ανάγκη να σκαλίσουν πιο βαθιά αυτή την ιδιοφυία»

Μία ιστορία ενηλικίωσης και γήρατος

Η Χώρα του Νταλί είναι μία ιστορία ενηλικίωσης και ένα καυστικό, αστείο και τρυφερό πορτρέτο της κρίσης που βιώνει στα γηρατειά ένας από τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες του 20ου αιώνα. Βρισκόμαστε στο 1974 στη Νέα Υόρκη, όπου ο 70χρονος σουρεαλιστής Σαλβαντόρ Νταλί μένει μερικούς μήνες τον χρόνο στο St Regis Hotel με τη σύζυγο και μούσα του, την έντονη και εκρηκτική Γκαλά. Ο Τζέιμς Λίντον είναι ένας νεαρός βοηθός σε γκαλερί, τον οποίο συμπαθεί ο Νταλί και τον καλεί στον κόσμο του για να τον βοηθήσει να προετοιμαστεί για τη νέα του έκθεση. Είναι μέσα από τα μάτια του Τζέιμς που βιώνουμε την περιπέτεια της χώρας του Νταλί.

Ο νεαρός ενθουσιάζεται με τον πρωτόγνωρο και λαμπερό αυτόν κόσμο και ελπίζει ότι θα μάθει πολλά για την τέχνη βοηθώντας τον θρυλικό ζωγράφο. Παρόλο που τον διακατέχει δέος για τον Νταλί, πολύ σύντομα θα αναγνωρίσει μία ευάλωτη πλευρά στο πρόσωπο του ηλικιωμένου καλλιτέχνη, που φοβάται τον θάνατο. Παράλληλα, ο γάμος του με την Γκαλά περνάει κρίση. Ο Τζέιμς θα μάθει πολλές αλήθειες: όχι μόνο για την τέχνη, αλλά και για την πολύπλοκη και γεμάτη ελαττώματα φύση του ανθρώπου πίσω από τους ιδιοφυείς πίνακες, τους θεατρινισμούς και το εμβληματικό μουστάκι

Για τον Νταλί η Νέα Υόρκη είναι ένα πάρτι, όπου προκαλεί και διασκεδάζει. Παρέα με την νεαρή του μούσα, την πανέμορφη τρανς Αμάντα Λιρ, ο 70χρονος Νταλί ζει στο άκρα.

Καθώς η κάμερα κινείται ακούραστα, η ταινία αιχμαλωτίζει τη γεμάτη εκπλήξεις περιπέτεια του νεαρού Τζέιμς καθώς κυκλοφορεί σε έναν σαγηνευτικό κόσμο γεμάτο μοντέλα, κινηματογραφικούς αστέρες και ένα μείγμα από τις υψηλές και χαμηλές κοινωνικές τάξεις. Άλλωστε, τα ‘70s ήταν η εποχή της φοβερής μουσικής, των τρομερών πάρτι και η ταινία παρακολουθεί τον Τζέιμς καθώς απολαμβάνει τη ζωή στο Μανχάταν, που δονείται στον ρυθμό του glam rock.

Σε άκρα αντίθεση με τη σκηνή των ‘70s στη Νέα Υόρκη, μία σειρά από flashback μας αποκαλύπτουν την έντονη ιστορία αγάπης ανάμεσα στον Νταλί και την Γκαλά. Μέσα από ένα ρομαντικό φίλτρο, ο Νταλί διηγείται στον Τζέιμς ιστορίες από τα νιάτα του. Οι σκηνές αυτές φέρουν την ατμόσφαιρα των ταινιών των ‘30s, όπως συμβαίνει αντίστοιχα με τις σκηνές των ’70s.

Η τελευταία πράξη της ταινίας διαδραματίζεται στο Καδακές, το αγαπημένο καταφύγιο του Νταλί στην Ισπανία, όπου καθηλώνεται και εμπνέεται από τα βραχώδη τοπία. Το ύφος της ταινίας αλλάζει από ρομαντική νοσταλγία σε παράλογη κωμικότητα και σε στιγμές θλίψης, καθώς το ζευγάρι περνάει τα τελευταία του χρόνια μεταξύ μίσους και εξάρτησης.

Αλέξανδρος Ρωμανός Λιζάρδος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα ertnews.gr

Smart Search Module