Μενού

ANSELM - Ιφιγένεια Καλαντζή

1818 4

Ζωγραφίζοντας παλάτια της μνήμης

Το νέο ντοκιμαντέρ του εμβληματικού Βιμ Βέντερς «Anselm», καταπιάνεται με τον 78χρονο Κίφερ Άνσελμ, από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς Γερμανούς νεοεξπρεσιονιστές καλλιτέχνες με βραβευμένο έργο, που έχει φιλοξενηθεί στα μεγαλύτερα μουσεία σύγχρονης τέχνης. Αξιοποιώντας την τρισδιάστατη τεχνολογία, ο Βέντερς επιχειρεί να κινηματογραφήσει με ανάγλυφο τρόπο το πορτραίτο του καλλιτέχνη, παρουσιάζοντας τους βασικούς άξονες της έμπνευσής του: μνήμη, ιστορία, ποίηση και φιλοσοφία. Εστιάζοντας στην ανάδειξη του έργου του, το ξετυλίγει δίχως απαραίτητη χρονολογική σειρά, κατά ενότητες, ανάλογα με το χώρο που βρισκόταν το ατελιέ του, σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους, όπως Χόρνχμπαχ (1971-1982), Μπουχέρμ (1982-1992) και Μπαρζάκ της Γαλλίας (1993-2020).

Γεννημένος ο Άνσελμ το 1945, όπως και ο Βέντερς, δύο μήνες πριν από τη συνθηκολόγηση της ναζιστικής κυβέρνησης, μεγάλωσε σε μια ηττημένη και κατεστραμμένη Γερμανία, με συμπατριώτες που απέφευγαν την αλήθεια, για τα εγκλήματα του ναζισμού. Στηλιτεύοντας την σχεδόν επιβεβλημένη λήθη κατά την ανοικοδόμηση της χώρας, ο καλλιτέχνης επιχείρησε το 1969 να αφυπνίσει το συλλογικό ασυνείδητο, φωτογραφίζοντας τον εαυτό του με τη στρατιωτική στολή του πατέρα του, να χαιρετάει προκλητικά ναζιστικά μπροστά από κτίρια και τοπία, σειρά εικόνων που ονόμασε «Occupations/κατοχές». Ο ίδιος επεξηγεί πως «κρατούσε έναν καθρέφτη μπροστά σε κάθε πολίτη», πριν θεωρηθεί νεοναζί και απαγορευτούν τα έργα του, παρά τις έντονες διαμαρτυρίες. Ωστόσο, η φήμη του εξαπλώθηκε στις δεκαετίες ’70 και ’80. Στους ζωγραφικούς του πίνακες, που ονομάζει «τα κατακάθια της ιστορίας», μεταχειρίζεται μουντά και σκοτεινά χρώματα, σε μια άγρια, ακατέργαστη τεχνοτροπία, συνδυάζοντας διαφορετικά γήινα υλικά και αντικείμενα επικολλημένα σε πλατιές στρώσεις χρώματος, μαζί με φωτογραφίες, αποσπάσματα ποιημάτων, αριθμούς και ονόματα. Κρατώντας ζωντανή την «ποιητικότητα των αντικειμένων», αναζητά και συγκεντρώνει «απομεινάρια του πολέμου», στρατιωτικές στολές, πολεμικά κράνη, τεθωρακισμένα, που ενσωματώνει στους πίνακές του. Γεμάτα οπτική και πνευματική δύναμη, τα έργα του απέκτησαν σταδιακά μνημειώδεις διαστάσεις και αναπτύχθηκαν στον χώρο, σε τεράστιες αποθήκες ή έξω στο ύπαιθρο, ως εγκαταστάσεις. Προσεγγίζοντας τη σχεδόν εμμονική σχέση του Άνσελμ με τον θάνατο και την καταστροφή, ως μέσα αναγέννησης και δημιουργίας, ο Βέντερς παρουσιάζει τις αναφορές στους «ήρωές» του, Πάουλ Τσελάν, Ινγκεμποργκ Μπάχμαν και Γιόζεφ Μπόις, ενώ αντλεί στοιχεία από τον πολιτισμό της Αιγύπτου, της Μεσοποταμίας, τη Βίβλο και τη Καμπάλα, συνδυάζοντας μυστικισμό, θεολογία και συμβολισμό, παράλληλα με τις φυσικές και μεταφυσικές ιδιότητες των υλικών, αναδεικνύοντας τη διαρκή πάλη του καλλιτέχνη με την Ιστορία και τη μνήμη. Στο Μπαρζάκ της νότιας Γαλλίας, σε μια φάρμα 20 εκταρίων στην Προβηγκία, διαμόρφωσε αποθήκες, κήπους και τα θερμοκήπια ενός πρώην εργαστηρίου μεταξιού, σε χώρους όπου παρουσιάζει τους μεγάλους πίνακες και τα γλυπτά του.

Όπως και ο Άνσελμ, ο Βέντερς αναμιγνύει διαφορετικά υλικά, συνδυάζοντας εύστοχα παρελθόν και παρόν, με παλιότερα προσωπικά βίντεο του καλλιτέχνη, με αποσπάσματα από τηλεοπτικές συνεντεύξεις του, όπου αρκετά νεότερος εξηγεί προθέσεις και υπερασπίζεται το έργο του. Παράλληλα, εντάσσει αρχειακό υλικό που αποτυπώνει την εικόνα της μεταπολεμικής κατεστραμμένης Γερμανίας, αλλά και υλικό με φιλμάκια του Χάιντεγκερ, καθώς και του εβραιορουμάνικης καταγωγής γερμανόφωνου αυτόχειρα ποιητή και μεταφραστή Παούλ Τσελάν (1920-1970). Οι στίχοι του Τσελάν για τα μυστικά φτερά, ενέπνευσαν τη σειρά έργων του Άνσελμ για τον Ίκαρο και συνδυάζονται με ομοιώματα αερομαχητικών και την αναγραφή «όποιος πέφτει, έχει φτερά». Βλέπουμε τα γλυπτά του σπαρμένα στην εξοχή, τις τεράστιες εγκαταστάσεις στις αχανείς εκτάσεις στο Μπαρζάκ και τους πίνακες στο τεράστιο εργαστήριό του, με την κάμερα από ψηλά να καλύπτει τις μεγάλες εκτάσεις που ο ίδιος ο καλλιτέχνης, σε εξαιρετική φόρμα, παρά την ηλικία του, διασχίζει από τη μια άκρη στην άλλη με ποδήλατο, ενώ περιλαμβάνονται σκηνές με τον πάντα δραστήριο καλλιτέχνη επί τω έργω. Η κάμερα καταγράφει τις έντονες κινήσεις του, καθώς απλώνει λευκή μπογιά, ενώ χρησιμοποιεί ακόμα και ειδικό γερανό, απ’ όπου τινάζει αιωρούμενος πάνω από τον πίνακα το βουτηγμένο στο χρώμα χοντρό πινέλο, ως άλλος Τζάκσον Πόλοκ. Παρακολουθώντας την καλλιτεχνική του χειρονομία, τον βλέπουμε να καψαλίζει με φλόγιστρο τα κολλημένα ξερά χόρτα στους μεγάλους του πίνακες, δημιουργώντας ανάγλυφα ερημικά τοπία ή να λειώνει σε καλούπια σίδερα, για να τα περιχύσει τις επιφάνειες.

Ο Άνσελμ απεικονίζεται να ψάχνει σε συρταροθήκη οικογενειακές φωτογραφίες, περιγράφοντας αναμνήσεις, αλλά και αυτές που έχει τραβήξει ο ίδιος με τοπία, ερειπωμένα σπίτια και ερημικούς χώρους, ως οπτικές σημειώσεις για τους πίνακές του, σε μια βιωματική αναπαραγωγή της φύσης. Δημιουργώντας τεράστια τελάρα που περιγράφονται σαν «ερείπια πάνω στον καμβά», ο Άνσελμ δεν παρατηρεί αποστασιοποιημένος, αλλά συγκρούεται με πάθος με το παρελθόν της Γερμανίας, διερωτώμενος εναγωνίως πως «δεν μπορεί να ζωγραφίζει ένα τοπίο που έχει περάσει τανκς, δίχως να νιώσει κάτι», ενώ δηλώνει «ένα ερείπιο δεν είναι μια καταστροφή, είναι η στιγμή μιας νέα εκκίνησης. Ήθελα να φτιάξω το παλάτι της μνήμης μου, της μόνης μου πατρίδας.»

Αναπαραστατικές σκηνές θεατρικής έμπνευσης, ζωντανεύουν αναμνήσεις και στιγμιότυπα από την παιδική ηλικία του Άνσελμ, με τον Άντον Βέντερς -μικρό ανιψιό του σκηνοθέτη- στο ρόλο, όταν διάβαζε ποίηση και ζωγράφιζε σκίτσα με κάρβουνο, επηρεασμένος από τον Βαν Γκογκ. Αναπτύσσονται οι θεματικές του Άνσελμ για την Λίλιθ, που ζει σε ερειπωμένα κτίρια και τους μύθους της αργοναυτικής εκστρατείας, καθώς «ο μύθος είναι το παρόν πέρα από την απλή λογική». Το ντοκιμαντέρ ανοίγει και κλείνει με τη σειρά γλυπτών «Γυναίκες της αρχαιότητας», ακέφαλα γλυπτά λευκών φορεμάτων διάσπαρτων στην εξοχή, με συμβολικά αντικείμενα στη θέση του προσώπου και υπόκρουση τα οπερετικά φωνητικά της πρωτότυπης μουσικής του 30χρονου Γερμανού συνθέτη Λέοναρντ Κούσνερ.

Εντυπωσιάζει η εμπνευσμένη χρήση τρισδιάστατης τεχνολογίας. Ο Άνσελμ εντάσσεται μαγικά μέσα στα ιστορικά φιλμάκια, ως σχοινοβάτης πάνω από τα ερείπια του πολέμου, κρατώντας για ισορροπία ένα τεράστιο ηλιοτρόπιο, σαν και αυτά που ζωγράφιζε νεαρός, με τον Βέντερς να δημιουργεί τον δικό του φανταστικό τρισδιάστατο πίνακα.

Με πιο αργούς ρυθμούς, συγκριτικά με το ντοκιμαντέρ του «Pina» (2011), για την κορυφαία Γερμανίδα χορογράφο Πίνα Μπάους, ο Βέντερς καταφέρνει να δημιουργήσει ένα εξίσου συναρπαστικό καλλιτεχνικό πορτραίτο για τον Άνσελμ, αναδεικνύοντας στο έπακρο το πολύπλευρο έργο του, με έγνοια να αποκαλύψει την έμπνευση του καλλιτέχνη από τα ποιήματα που τον σημάδεψαν, καθώς «η γλώσσα έγινε ο δικός του οίκος ύπαρξης», όσο και από τις καταστάσεις που έζησε μικρός, αναφερόμενος «στην παιδική ηλικία, ως έναν άδειο χώρο της αρχής του κόσμου». Τόσο ο Άνσελμ όσο και ο Βέντερς ανήκουν στην πρώτη μεταπολεμική γενιά που συνειδητοποίησε την ένοχη σιωπή των Ναζί πατεράδων τους και επιχείρησε να μιλήσει ανοιχτά για το θέμα ταμπού του ναζισμού που προκάλεσε το Ολοκαύτωμα. Χαρακτηριστική είναι η φράση του Άνσελμ πως νιώθει εξοστρακισμένος καλλιτέχνης «όχι υπό διωγμό, αλλά καθ’ οδόν μονίμως».

Ιφιγένεια Καλαντζή 
Το κείμενο δημοσιοεύτηκε στον ιστοσελίδα edromos.gr

Smart Search Module