Μενού

75 ΜΕΡΕΣ - Φίλιππος Χατζίκος

1951 2

Ένα φθινοπωρινό βράδυ του 1992 στην επαρχία της Βαλένθια τρία έφηβα κορίτσια κίνησαν για ένα πάρτι σε μια ντίσκο που απείχε λίγα χιλιόμετρα από το χωριό τους. Δεν έφτασαν ποτέ στον προορισμό τους˙ οι σωροί τους βρέθηκαν κάποιες μέρες αργότερα. Το έγκλημα συντάραξε την ισπανική κοινή γνώμη, προκαλώντας αναταράξεις στην τοπική κοινωνία λόγω των κραυγαλέων αστοχιών στις οποίες προέβησαν οι αρχές κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης. Μέχρι σήμερα, το αιματοβαμμένο μυστήριο δεν έχει βρει πραγματική λύση.

Η πρισματική αφήγηση του Μαρκ Ρομέρο φαντάζει στα χαρτιά μια τουλάχιστον φιλόδοξη επιλογή. Η εστίαση μοιράζεται στην οπτική των γονέων, τη διαφθορά και την ανημποριά των αρχών, τη μιντιακή σκύλευση και την κοινωνική διάσταση των στυγερών δολοφονιών. Δυστυχώς, όμως, η εκτέλεση πάσχει από το πρώτο σχεδόν πλάνο. Ερασιτεχνικές ερμηνείες, σωρεία από στερεότυπα και ανισοβαρές μοίρασμα της πλοκής στα αφηγηματικά υποκείμενα πληγώνουν ανεπανόρθωτα την ταινία, η οποία δεν βρίσκει ούτε μια στιγμή παλμό. Αν προσθέσουμε τον ερασιτεχνικό σχεδιασμό παραγωγής και την τραγική φωτογραφία που είναι βγαλμένη από τα βάθη των (ξε)περασμένων ημιμυθοπλαστικών true crime τηλεοπτικών σειρών, γίνεται γρήγορα αντιληπτό ότι οι «75 Μέρες» απέχουν πάρα πολύ από το μέσο αξιόπιστο ισπανικό θρίλερ που συναντάμε κάθε δεύτερη βδομάδα στις ελληνικές θερινές αίθουσες.

Σχεδόν κάθε τροπή της ιστορίας αφήνει κενά στην πλοκή, τα οποία αδυνατεί να γεμίσει ο συχνά παιδαριώδης διάλογος. Το μυστήριο σύντομα εκτρέπεται σε συνομωσιολογικής υφής αφήγημα με διάφορες πολιτικές σπόντες και το νευρικά άστοχο μοντάζ δίνει τη χαριστική βολή σε μια σεμιναριακού επιπέδου αποτυχία. Βέβαια, το κερασάκι στην τούρτα αποτελεί το φινάλε, βγαλμένο από κάποια νοσηρή φαντασίωση περί αναμορφωτικής δύναμης του σινεμά, ένα από τα πιο ηχηρά φάλτσα που έχει ακουστεί σε αίθουσα εδώ και χρόνια. Συνολικά, θα λέγαμε πως το φιλμ του Ρομέρο είναι το αντιπαράδειγμα της κινηματογραφικής ανάγνωσης μιας πραγματικής ιστορίας και σπαταλά όλες τις δυναμικές που αυτή υπόσχεται. Απορίας άξιο το πώς βρήκε τον δρόμο για τις ελληνικές αίθουσες δεδομένου ότι πρόκειται για ταινία του 2020.

Ρεμπέκα Ζλοτόφσκι διαθέτει μια άνιση καριέρα μέχρι αυτό το σημείο, χωρίς πάντως να μπορεί να αμφισβητηθεί σοβαρά ο βαθμός της αφηγηματικής της δεξιότητας. Στα χαρτιά, τα «Παιδιά των Άλλων» δείχνουν αξιοπερίεργα περίεργα συμβατική προσθήκη στη φιλμογραφία της. Ως έναν βαθμό, η εντύπωση αυτή επαληθεύεται, μιας και πρόκειται για μια ταινία που κινείται στις ασφαλείς θεματολογικές ράγες του γαλλικού σινεμά και δανείζεται μια αύρα που συναντά συχνά κανείς σε αυτό το είδος, γεμάτη από μελαγχολικές παριζιάνικες βόλτες και ερωτικής φύσεως ενήλικα αδιέξοδα.

Πρόκειται για μια ταινία που τόσο τις αρετές της, όσο και τις αδυναμίες της, τις φορά με θάρρος και καμάρι. Επιμένει στη γενναία και χαμηλόφωνη (αυτό και αν είναι πρωτοτυπία) ερμηνεία της Βιρζινί Εφιρά, που αναδεικνύει ένα συναισθηματικό εύρος που δεν κινείται στο φάσμα της εξαλλοσύνης και στον κομψό τρόπο με τον οποίο αγκαλιάζει τους χαρακτήρες της, τις ατυχείς επιλογές τους και τις αδυναμίες τους. Από την άλλη, βέβαια, ο διάλογος της ταινίας είναι συχνά κάτι λιγότερο από ανεπαρκής και υπερεπεξηγηματικός, σε βαθμό που ματαιώνει τις όμορφες τροπές του σεναρίου και τις ψυχικές μεταβάσεις των ηρώων από τη μια κατάσταση στην επόμενη.

Παρότι επενδύει περισσότερα από όσα είναι πραγματικό απαραίτητο σε μια φορτωμένη πλοκή, η Ζλοτόφσκι βρίσκει την καρδιά της κεντρικής ηρωίδας και πορεύεται με οδηγό αυτήν. Κάποια στιγμή όμως η ταινία  αρχίζει να παραγίνεται γαλλική, η χαρακτηρολογία αφήνεται να αιωρείται και η διαδοχή των γεγονότων απομακρύνεται από τον πυρήνα της αφήγησης. Και είναι πραγματικά κρίμα, γιατί εκεί βρίσκεται μια γλυκόπικρη, απλή ιστορία που είναι παντελώς ικανή να κρατήσει μια ταινία, με ένα διακριτικό ψαλίδι στην αδικαιολόγητα μεγάλη διάρκειά της.

Ακόμα και έτσι, όμως, το φιλμ κατορθώνει να σταθεί, χάρη στην ικανότητα της Ζλοτόφσκι να βρει τον κατάλληλο τόνο και να προσεγγίσει το λεπτό και ακανθώδες θέμα της με καλόψυχο σεβασμό. Η μητρότητα που προκύπτει ως βούληση και όχι ως «βιολογική ανάγκη» ή «γενετήσιος προορισμός» στην χαρακτήρα της Εφιρά αναστατώνει τον καλοκουρδισμένη βίο της. Η Ρασέλ της ταινίας είναι μια γυναίκα που είχε μάθει να ελίσσεται ανάμεσα στους προκατασκευασμένους κοινωνικούς ρόλους και τις πατερναλιστικές καθοδηγήσεις που «οφείλει» να επιτελέσει. Ένας άνθρωπος που χαίρεται τη ζωή, τον έρωτα και την εργασία της χωρίς να έχει επενδύσει τα πάντα στην τεκνοποιία.

Είναι όμως και ο χρόνος στη μέση, που όσο και αν τον προσεγγίζουμε επιτέλους λιγότερο σαν τιμωρητικό βούρδουλα, έχει την αληθινή του διάσταση και δυστυχώς κάθε άλλο παρά ανεξάντλητος είναι. Τα Παιδιά των Άλλων, εντέλει, συγκεράζοντας τον προσεγμένο αρχικό χαρακτηρολογικό σχεδιασμό με την σεναριακή αμετροέπεια, μπορεί να μην αγγίζουν το ανώτατο των προσδοκιών που δημιουργούν, παραμένουν όμως μια γοητευτική πρόταση. Από τις αμέτρητες ταινίες με τη Βιρζινί Εφιρά που θα διανεμηθούν για ακόμα ένα καλοκαίρι στις ελληνικές αίθουσες -ίσως αυτή η πληθώρα να λειτουργεί αντίστροφα, αντί να μετατρέπει σταδιακά τη βελγίδα ηθοποιό σε αγαπημένη του κοινού, να δημιουργεί αίσθημα κορεσμού, τουλάχιστον εκτός γαλλόφωνου τερέν- ίσως η συγκεκριμένη έχει τα φόντα να ξεχωρίσει.

Φίλιππος Χατζίκος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα filmy.gr

Smart Search Module