Μενού

ΕΧΘΡΟΣ ΔΙΠΛΑ ΜΟΥ, Ο - Νίνος Φένεκ Μικελίδης

1808 3

Τη σύγκρουση ανάμεσα στους κατοίκους ενός χωριού της ορεινής Γαλικίας, στη βορειοδυτική άκρη της Ισπανίας, κι ένα εκπατρισμένο, αποφασισμένο να ξεκινήσει μια καινούργια ζωή, ζευγάρι μεσήλικων Γάλλων που αγοράζουν εκεί μιαν αγροικία κι αρχίζουν να καλλιεργούν διάφορα δημητριακά στο χωράφι τους με σύγχρονες οργανικές μεθόδους, και με βάση ένα καλογραμμένο σενάριο εμπνευσμένο από μια αληθινή ιστορία, γραμμένο με τη συν-σεναριογράφο του Ιζαμπέλ Μπένια, χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης Ροδρίγκο Σορογκόγιεν («Κανείς δεν μπορεί να μας σώσει», «Εξαφανισμένος») για να φτιάξει το βουτηγμένο σε μια σκοτεινή ατμόσφαιρα, εφιαλτικό αυτό, βραβευμένο με ξενόγλωσσο Σεζάρ και με τρία Γκόγια, θρίλερ του. 

Η σύγκρουση ξεκινά όταν ο Αντουάν αρνείται να βάλει την υπογραφή του στη δημιουργία αιολικού πάρκου που θα προσφέρει πολλά και εύκολα χρήματα στους φτωχούς και κουρασμένους αγρότες. Ένας «πόλεμος» που αρχίζει με φραστικές επιθέσεις (με τον Ξαν να εκμεταλλεύεται ακόμη και την εισβολή του Ναπολέοντα στην Ισπανία) για να συνεχιστεί με την δηλητηρίαση του νερού και την καταστροφή της σοδειάς του ζευγαριού από την πλευρά των ντόπιων, και με τον Αντουάν να μαγνητοσκοπεί τις αντιδράσεις και την όλη συμπεριφορά των γειτόνων του, στάση που αυξάνει την τελικά ανεξέλεγκτη διαμάχη τους.

Δυο σημαντικές σκηνές αναπτύσσουν και καθορίζουν την εξέλιξη της ιστορίας: η εισαγωγική, δοσμένη σε ραλαντί, σκηνή με τα δυο αδέρφια, Ξαν και Λόριν, γείτονες του Αντουάν και της Όλγας, του ζευγαριού των Γάλλων που «εισβάλλει» στο χωριό τους, να προσπαθούν να εξημερώσουν, καθηλώνοντας στο έδαφος, ένα άγριο άλογο και η σκηνή, λίγο αργότερα, στο καφενείο του χωριού, όπου τα δυο αδέρφια και άλλοι χωρικοί παίζουν ντόμινο μαζί με τον Αντουάν.

Με τον Σορογκόγιεν να εκμεταλλεύεται τις αργές, μελετημένες κινήσεις του ντόμινο για να 1καταγράψει, στη συνέχεια, μια σειρά, το ίδιο ηθελημένα αργές και μελετημένες αντιδράσεις των τριών βασικά ατόμων (Αντουάν από τη μια, και Ξαν και του διανοητικά προβληματικού αδερφού του, Λόριν), για να δημιουργήσει την ατμόσφαιρα απειλής και φόβου, που αρχίζει να κυριαρχεί στην ταινία. Με τη σκηνή της εξημέρωσης του άγριου αλόγου να επαναλαμβάνεται μεταφορικά στη σκηνή του δάσους, όταν τα αδέρφια ρίχνουν και καθηλώνουν στο έδαφος τον Αντουάν, προσπαθώντας να τον  εξοντώσουν.

Αν στο πρώτο μέρος κυριαρχεί η σύγκρουση ανάμεσα στον Αντουάν και τα δυο αδέρφια, στο δεύτερο μέρος κυριαρχεί η παρουσία των δυο γυναικών, της Όλγας, της Γαλλίδας συζύγου και της μητέρας των δυο αδερφών. Μια άλλη, εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση του προβλήματος, με την ταινία να παίρνει και τη φεμινιστική της διάσταση. 

Με ένα σωστά ελεγχόμενο ρυθμό, με τη φύση να χρησιμεύει συχνά σαν σχόλιο πάνω στα αισθήματα και τις καταστάσεις των προσώπων, με πλάνα στημένα με έμπνευση (η εξαιρετική, βουτηγμένη σε ένα φθινοπωρινό βασικά κλίμα, φωτογραφία είναι του Άλεξ ντε Πάμπλο), και με ωραίες από όλους ερμηνείες, ο Σορογκόγιεν καταφέρνει να φτιάξει μια συναρπαστική ταινία, που δεν περιορίζεται στα συνηθισμένα στοιχεία του θρίλερ αλλά επεκτείνεται και σε διάφορα επίκαιρα κοινωνικοπολιτικά θέματα: τη σύγκρουση των αγράμματων, πικραμένων  αγροτών με τη μορφωμένη μεσαία τάξη, το μεταναστευτικό, τον εθνικισμό, τον ατομικισμό, τη συλλογικότητα και την παγκοσμιοποίηση.

Νίνος Φένεκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr

Smart Search Module