Μενού

I LOVE GREECE - Νίκος Παλάτος

1816 5

Επ’ ευκαιρία γάμου συγγενικού της προσώπου, νεαρή Ελληνογαλλίδα μετά του συντρόφου της επιστρέφει μετά από πολλά χρόνια στην Αθήνα, με τελικό της προορισμό τη Σέριφο. Η Ελλάδα της κρίσης, όμως, ελάχιστα μοιάζει με τον τόπο των ανέμελων παιδικών της αναμνήσεων.

Αν πάρουν τοις μετρητοίς όσα βλέπουν στις κινηματογραφικές οθόνες το φετινό καλοκαίρι, θ’ ακούνε για θερινές διακοπές στην Ελλάδα οι επίδοξοι τουρίστες και… θα φεύγουν μακριά! Στο «Δύο Εισιτήρια για Κυκλάδες», αντί για την προώθηση των ομορφιών του τόπου μας μέσω μιας διαφημιστικής (έστω) προσέγγισης ενός λαμπερού «Tour en Grėce», προέκυπτε μια κακομοίρικη εικόνα παρακμής του περίφημου ελληνικού καλοκαιριού, μιας και πλην… των ηρώων της ταινίας, ουδείς άλλος φαινόταν να έχει επιλέξει τα Κυκλαδονήσια ως τόπο διακοπών. Σε τούτο το «I  Greece», αντί για τη δροσερή κομεντί που ο τίτλος υπόσχεται, προκύπτει μία μείξη από δραμεντί συζυγικής θεραπείας με άφθονη… made in Greece μουρμούρα ψυχοδράματος. Διότι, όπως όλοι μας γνωρίζουμε πολύ καλά εδώ και χρόνια, όπου δεν υπάρχει χρήμα, υπάρχει γκρίνια. Και η καλοκαιρινή Σέριφος δεν φαίνεται ν’ αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα.

Το ξεκίνημα προσπαθεί να φτιάξει ένα κλίμα επιστροφής στη χαμένη ελληνική αθωότητα, με μουσική traditionelle grecque και τη Νάνα Μούσχουρη σε σύντομη cameo εμφάνιση. Συνεχίζει σε σχετικά ανάλαφρο μοτίβο, με τη χαρά που προκύπτει από την άφιξη της Μαρίνας και του συμβίου της, Ζαν, στην Αθήνα και την επανασύνδεση με την οικογένειά της, για ν’ ακολουθήσει ένα σερί σεναριακών ιδεών που απέχουν από το να χαρακτηριστούν εύθυμες. Μία άξαφνη κηδεία (ελέω αυτοκτονίας), η οικονομική ασφυξία των γονιών της Μαρίνας που τους αναγκάζει να βγάλουν στο σφυρί την όμορφη αθηναϊκή μονοκατοικία τους και η σύγκρουση που προκύπτει στο νεαρό ζεύγος εξαιτίας της άρνησης του Ζαν (έστω και) να σκεφτεί την περίπτωση μόνιμης εγκατάστασης στην Ελλάδα, δημιουργούν ένα υπόβαθρο έντονης θλίψης και… ζοχάδας. Το φευγιό σούμπιτης της φαμίλιας για Σέριφο αφήνει υπόνοιες μεταστροφής σε κωμωδία παρεξηγήσεων υπό «τουριστικού» περιτυλίγματος, όμως, τότε ενσκήπτει… η φτώχεια. Όχι της χώρας μας γενικά, αλλά της παραγωγής της ταινίας!

Η πολυπληθής οικογένεια καταφθάνει στο όμορφο νησί της Σερίφου (υποτίθεται) για συνδυασμό γάμου μετά διακοπών, με ταυτόχρονη λησμονιά (για λίγες μέρες) των σκοτούρων που η οικονομική κρίση έχει επιφέρει. Αν, λοιπόν, οι διακοπές σε νησί είναι έτσι, τότε… ας κάτσουμε στην Αθήνα! Τα μέλη της οικογένειας της Μαρίνας μοιάζουν να είναι… φυλακισμένα στο σπίτι που έχουν νοικιάσει, ακολουθώντας μια τελετουργία καθημερινής γκρίνιας, πάρλας και τραπεζώματος (με ολίγη από χαριτωμενιές της γιαγιάς), αφού η κάμερα ουδέποτε βγαίνει παραέξω από τους τοίχους της οικίας, λες και πρόκειται για ντόπια ταινία εποχής, όπου κάτι τέτοιο «απαγορεύεται» να συμβεί. Έτσι, δηλαδή, είναι το καλοκαίρι στις Κυκλάδες; Κεφτεδάκια στο σπίτι, ένταση, τηλέφωνα με τον μεσίτη και… μια άδεια πισίνα; Όταν (κάποτε…) το στόρι απαγκιστρώνεται από την ακατανόητη αυτή λογική, η θαλάσσια περιπέτεια της Μαρίνας και του Ζαν αποδεικνύει πως καλύτερα για όλους μας θα ήταν να έμεναν… για ακόμη μια μέρα στο σπίτι. Το δε (ο Θεός να το κάνει) γαμήλιο γλέντι προσφέρει ένα σουρεάλ μείγμα ζεϊμπέκικης λύτρωσης μετά μυθολογικής αλληγορίας (;), σ’ ένα επιστέγασμα ουχί της σεναριακής γραμμής, αλλά της επιβεβαίωσης της πλήρους απουσίας τέτοιας.

Όσο και να το παλεύει το συμπαθές καστ (ή έστω εκείνοι οι οποίοι δεν αποτελούν καρικατούρες εν τη εμφανίσει των) και η Στέισι Μάρτιν με τα κουτσοελληνικά της, σενάριο δεν υπάρχει στο «I ❤ Greece», παρά μονάχα μικρά επεισόδια που… όπως στα ξαφνικά εμφανίζονται, κατά τον ίδιο τρόπο ξεχνιούνται. Η ουρανοκατέβατη κηδεία της αρχής στέκει ως το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα, με το αυτό να ισχύει (και) για τα σεξουαλικά προβλήματα που ταλανίζουν τη σχέση της Μαρίνας και του Ζαν, προσφέροντας μια ερωτική σκηνή βγαλμένη από άλλο έργο (από την «Πισίνα» του Ζακ Ντερέ, ίσως)! Η επιλογή της Ναυσικάς Γκερί-Καραμαούνας να επιστρέψει στον τόπο καταγωγής της για το σκηνοθετικό της ντεμπούτο, προσδίδει μια έντονα προσωπική ματιά στο έργο της, δημιουργώντας τη βεβαιότητα πως πολλά από τα όσα διαδραματίζονται (μάλλον) αποτελούν δικά της βιώματα. Αδυνατώντας να προσδώσει την απαιτούμενη σεναριακή συνοχή στις μνήμες της, η ταινία της μοιάζει περισσότερο με draft ιδεών και όχι με ολοκληρωμένη κινηματογραφική πρόταση. Για καλοκαίρι, κέφι και διασκέδαση, δε, ούτε λόγος να γίνεται. Μακάρι, εν τούτοις, τούτο να ήταν το μοναδικό ολίσθημα του «I ❤ Greece»…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Μπερδεμένου προσανατολισμού κομεντί, που προσπαθώντας ν’ αναδείξει τα δεινά της ελληνικής οικονομικής κρίσης μέσω ενός δήθεν ανάλαφρου θερινού πλαισίου, δεν πετυχαίνει κανέναν από τους δύο επιδιωκόμενους στόχους. Χίλιες φορές να είχε επικρατήσει η λογική του «ώπα!» και του «ντου γιου λάικ μαμαζέλ δε γκρις», αντί για… group therapy με φόντο ένα πέτρινο σπίτι στη Σέριφο. Όσοι (λίγοι) είδατε το πρόσφατο «Δύο Εισιτήρια για Κυκλάδες», κάτι παραπλήσιας δυναμικής από πλευράς ψυχαγωγίας να περιμένετε, στο πιο άστοχό του εν προκειμένω. Δεν έχουμε την απαίτηση από τούτες τις «τουριστικού» τύπου παραγωγές για κάτι εφάμιλλο του «Διακοπές στη Ρώμη», όμως, στο τέλος θα πιστέψουμε πως το «Book Club: Το Επόμενο Κεφάλαιο» ήταν ο τελειότερος εκπρόσωπος του «είδους» αυτό το καλοκαίρι!

Νίκος Παλάτος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr

Smart Search Module