Μενού

ΘΕΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΣΦΑΙΡΑ, Ο - Γιάννης Βασιλείου

1961 3

Aν σας δείχναμε το «God is a Bullet» κρύβοντας τους τίτλους αρχής και σας βάζαμε να μαντέψετε ποιος το γύρισε, μέχρι την επόμενη εβδομάδα θα ήμασταν εδώ και ακόμα δεν θα είχατε αναφέρει το όνομα του Νικ Κασαβέτης, υιού του Τζον και σκηνοθέτη του «Notebook» και του «She’s so Lovely», μεταξύ άλλων. Πρόκειται για exploitation σαδιστικής βίας και γλαφυρής κατάδειξής της που δεν έχει ανάλογο στη φιλμογραφία του σκηνοθέτη. Σε δεύτερη σκέψη, βέβαια, θα μπορούσες να ισχυριστείς ότι ο συναισθηματικά εκβιαστικός τρόπος που χρησιμοποιεί τον ασθενή γιό του ήρωα στο «John Q» για να μας πείσει για το δίκιο του, ίσως να αποτελούσε μια ένδειξη ότι κάποτε θα γύριζε μια ταινία σαν αυτή εδώ, αν και κανείς δεν πρέπει να πίστευε ότι θα το έκανε ενώ πλησίαζε στο ηλικιακό όριο συνταξιοδότησης.

Στο «God is a Bullet» τα μέλη μιας σατανιστικής αίρεσης που σκότωσαν την πρώην γυναίκα ενός χριστιανού αστυνομικού και απήγαγαν την κόρη του, σκιαγραφούνται ως υστερικές, ανήθικες υπάρξεις, που γρυλλίζουν και φωνάζουν και είναι έτοιμες να ασκήσουν σωματική και σεξουαλική βία σε μια γυναίκα ανά πάσα στιγμή – και όταν το κάνουν, ο φακός θα είναι εκεί για να το καταγράψει με τον τρόπο ενός grindhouse θεάματος. Πρακτικά ο Κασαβέτης ζητάει από τους ηθοποιούς του να υποδυθούν τους κακούς χαρακτήρες ακολουθώντας την υποκριτική γραμμή ενός b-movie, μόνο που η ταινία του υπερβαίνει τουλάχιστον κατά μια ώρα τη μέση (πρέπουσα) διάρκεια αυτού του σινεμά. Και από όσα συμβαίνουν σε αυτή την ώρα γίνεται εμφανές ότι ο Αμερικανός δημιουργός δεν έχει στο μυαλό του ένα b-movie, αλλά κάτι μεγαλύτερο, υπερβατικής και υπαρξιστικής στοχοθεσίας, την οποία ένας σκηνοθέτης (γραμμικής) αφηγηματικότητας και ουχί ατμόσφαιρας, σαν τον ίδιο, μόνο με ένα πρωτοκλασάτο, εκλεκτό σενάριο στη διάθεσή του θα μπορούσε να επιτύχει. Δεν διαθέτει τέτοιο. Έχει όμως τον Νικολάι Κόστερ-Βαλντάου που, ως έμπειρος σκηνοθέτης ηθοποιών, αντιλαμβάνεται ότι ούτε ακριβώς πρωταγωνιστική στόφα έχει, ούτε μπορεί να υποδυθεί μη κερδισμένη από τη δραματουργία «σκληρότητα», οπότε έξυπνα τον παντρεύει με τη Μάικα Μονρό, η οποία μεταμορφώνεται και αφοσιώνεται ψυχή τε και σώματι σε μια ερμηνεία οσκαρικών διαστάσεων μεν, στη λάθος ταινία δε.

Η απόπειρα του Κασαβέτης να μας αγγίξει με την ιστορία δυο ανθρώπων που βρήκαν την αγάπη σε ένα μέρος χωρίς ελπίδα, που την εντόπισαν όχι στον Θεό, μα στον ενδιαφερόμενο Άλλο, σκοντάφτει σε γελοίες υποπλοκές, στην …καλλιγραφία της βίας και της νοσηρότητας, στην απουσία ύφους. Αλλά υπάρχει στην επικοινωνία μεταξύ των δύο χαρακτήρων, σε υπονοούν και δεν λένε οι δύο ηθοποιοί, στο μούχρωμα που υπόσχεται μια νέα αρχή, όπου ο Θεός δεν θα (χρειάζεται να) είναι πια μια σφαίρα, αλλά μια αγκαλιά και μια (απαραίτητη) διαβεβαίωση πως όλα θα πάνε καλά, αν, φυσικά, λειτουργούμε και ενεργούμε κι εμείς αναλόγως.

Γιάννης Βασιλείου
Το κείμενο δημοσιομεύtηκε στην ιστοσελίδα cinemagazine.gr 

Smart Search Module