Μενού

ΖΑΝ ΝΤΙΛΜΑΝ - Γιώργος Ξανθάκης

1922 8

«Όταν οι άνθρωποι με ρωτάνε αν είμαι φεμινίστρια σκηνοθέτις, απαντώ ότι είμαι γυναίκα και ότι κάνω φιλμ». Αυτό δήλωσε η βελγίδα Chantal Akerman (1950-2015), μια σημαντική δημιουργός που οι ταινίες της έχουν βαθιά επίδραση στον φεμινιστικό και avant-garde κινηματογράφο. Το σώμα του έργου της Akerman ενδιαφέρεται για την εφήμερη φύση της σύγχρονης αστικής ζωής, με εμφατικό βλέμμα στους μεταβατικούς χώρους -ξενοδοχεία, σιδηροδρομικούς σταθμούς- και τους ανθρώπους που κινούνται μέσα σε αυτούς. Η Akerman εργάστηκε στα σύνορα του κινηματογράφου και του βίντεο, στρεφόμενη περιστασιακά σε συμβατικές αφηγήσεις, με την ελπίδα της εμπορικής επιτυχίας που θα της επέτρεπε να επιστρέψει στο εύφορο έδαφος της, τη μελέτη της απομόνωσης, της αποξένωσης και της απώλειας.

Στις πιο δυνατές ταινίες της («Jeanne Dielman, 1975», «Les Rendez-vous d’Anna, 1978», «Sud, 1999», «La Captive, 2000» και «La Folie Almayer, 2011») η Akerman κατέγραψε τα δεινά της όσων ζουν στο περιθώριο των δυτικών κοινωνιών, σε μια μόνιμη κατάσταση «εξορίας». Το έργο της αποτελεί μαρτυρία για τη δύναμη του ατόμου σε έναν σκληρό και αδιάφορο κόσμο, και έκφραση της ανάγκης της να μιλήσει για τον «ξένο» που όλοι κρύβουμε μέσα μας. Σε αυτό το πλαίσιο, εκπλήρωσε τα δημιουργικά της σχέδια με επίμονη ειλικρίνεια, αφήνοντας μια ασυμβίβαστη κληρονομιά απαράμιλλη στη σύγχρονη κινηματογραφική ιστορία.

Το αδιαμφισβήτητο αριστούργημα της είναι το «Jeanne Dielman, 23 Commerce Quay, 1080 Brussels», που γύρισε το 1975 σε ηλικία μόλις 25 ετών. Αυτό το -για δεκαετίες παραμελημένο και άγνωστο στο ευρύ κοινό- έργο, πρόσφατα, αναπάντεχα και με κάποια δόση υπερβολής ψηφίστηκε από το περιοδικό Sight and Sound ως η καλύτερη ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου (διαδεχόμενη τη βασιλεία των «Πολίτη Κέιν» και «Δεσμώτη του Ιλίγγου»). Το φιλμ παρακολουθεί, σε στυλ ντοκιμαντέρ, σχεδόν σε πραγματικό χρόνο, τρεις ημέρες από τη ζωή της Jeanne Dielman (Delphine Seyrig), μιας χήρας νοικοκυράς, μητέρας ενός έφηβου και περιστασιακής πόρνης,  που ζει στην οδό Quai du Commerce των Βρυξελλών. Η κάμερα την παρακολουθεί υπομονετικά να μαγειρεύει και να καθαρίζει, να πλένει και να πλένεται, να ψωνίζει και να μαγειρεύει, να ικανοποιεί σεξουαλικά μεσήλικες άνδρες για να ενισχύσει το εισόδημα της. Το σπίτι της είναι ως επί το πλείστον άδειο και σιωπηλό, αλλά είναι γεμάτο με πολύχρωμα έπιπλα, αντάξια ενός φλαμανδικού πίνακα. Τα έπιπλα, τα ρούχα και η γυναικεία ηρεμία εκπέμπουν μια αίσθηση οικιακής τάξης. Επιφανειακά, φαίνεται να είναι η πεμπτουσία της νοικοκυράς της εποχής της σεξουαλικής επανάστασης, παγιδευμένης σε μια βαρετή οικιακή ρουτίνα.

Την 1η μέρα παρακολουθούμε τη Jeanne καθώς ξεφλουδίζει πατάτες και μαγειρεύει ένα περίτεχνο γεύμα, έχει ένα σύντομο ερωτικό ραντεβού με έναν μεσήλικα στην κρεβατοκάμαρά της και μετά κάνει ένα μακρύ και σχολαστικό μπάνιο. Όταν ο γιος της, Sylvain, επιστρέφει από το σχολείο, δειπνούν μαζί και μετά διαβάζει δυνατά ένα γράμμα από τον Καναδά που έστειλε η αδελφή της. Στη συνέχεια, η Jeanne βοηθά τον γιο της στην εργασία του να απαγγείλει αποσπάσματα από τον «Εχθρό» του Charles Baudelaire. Όταν βάζει τον Sylvain για ύπνο, μαθαίνουμε πώς γνώρισε τον αποθανόντα πατέρα του κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ωστόσο, αυτή η εφησυχαστική ρουτίνα της βγαίνει εκτός συγχρονισμού κατά τη διάρκεια της 3ης ημέρας. Ρίχνει ένα πιρούνι στην κουζίνα, φτιάχνει έναν κακό καφέ και προσπαθεί, αν και ανεπιτυχώς, να διορθώσει το λάθος, ενώ αποτυγχάνει να χαιρετήσει τον γιο της στην πόρτα. Αλλά ούτε και ο έξω κόσμος είναι συνεργάσιμος. Το μωρό που νταντεύει κλαίει ακατάπαυστα, σαν να αναγνωρίζει ότι ο κόσμος της Jeanne καταρρέει. Στο καφέ όπου σταματάει για μια καθημερινή ανάπαυλα, μια άλλη γυναίκα κάθεται στη συνηθισμένη της θέση και ο γνώριμος σερβιτόρος είναι εξαφανισμένος. Καθώς η συχνότητα των διαταραχών στη ρουτίνα της Jeanne αυξάνεται, το πορσελάνινο πρόσωπο της Seyrig αποκτά ρωγμές και αρχίζει να αποκαλύπτει την κατάσταση του πανικού της. Η γλώσσα του σώματός της γίνεται ανήσυχη και η αναπνοή της βαραίνει. Το άγχος γίνεται χειροπιαστό μέσα από τις τεταμένες μικροεκφράσεις, που αποκλίνουν από την προδιαγεγραμμένη ψυχραιμία που είχε καθιερωθεί νωρίτερα. Το ηχητικό τοπίο, που αποδιδόταν με την ήρεμη παρουσία της Jeanne και τον δειλό θόρυβο της οικιακής ρουτίνας της, γίνεται ξαφνικά πιο νευρικό και θορυβώδες καθώς κλείνει τα ντουλάπια και τις πόρτες και κινείται με βήματα νευρικά. Όταν μάλιστα κάνει σεξ με τον πελάτη της, ενώ αρχικά είναι επαγγελματικά ψυχρή, αναπάντεχα φθάνει σε οργασμό. Όταν ο άντρας παραμένει ξαπλωμένος στο κρεβάτι της, η Jeanne πιάνει ένα ψαλίδι για να τον μαχαιρώσει μέχρι θανάτου. Δεν διατυπώνεται ποτέ κανένας λόγος και δεν γίνεται καμία προσπάθεια συγκάλυψης του εγκλήματος. Κάποιος μπορεί να δώσει μια εύλογη φροϋδική εξήγηση για την αιματηρή πράξη της Jeanne: η ασυνείδητη αυτο-περιφρόνηση για τα έντονα συναισθήματα που την κυρίευσαν, την αναγκάζει να ενεργήσει παράλογα, με τον φόνο να είναι συνέπεια της καταστροφικής ενοχής της.

Η απόλυτη ουδετερότητα της κινηματογράφησης από την Babette Mangolte, με μεγάλες λήψεις της στατικής κάμερας της, χωρίς κοντινά πλάνα ή εκφραστικές κινήσεις, εξυπηρετούν τη μεγιστοποίηση της αίσθησης της μονοτονίας και αναδεικνύουν το νευρικό κέντρο της ταινίας: την έννοια της διαταραχής. Τις τρεις μέρες που διαρκεί η δράση της ταινίας, επανέρχονται οι ίδιες πράξεις, εκτός από μερικές λεπτομέρειες. Και σε αυτές τις μικρές λεπτομέρειες κρύβονται οι συνδέσεις μιας ωρολογιακής βόμβας.

Η εσωτερική μηχανική της «Jean Dielman» είναι αργή, ψυχρή, άκαμπτη και αρχικά αδιόρατη. Η ταινία της Akerman μιλά για σύγχρονα ζητήματα και ερωτήματα: η οικιακή δουλειά ως εργασία, η σεξουαλική πράξη ως εργασία, το βάρος της μητρότητας και της φροντίδας, το θέατρο της αστικής αξιοπρέπειας, η γυναικεία περιθωριοποίηση, η απαρατήρητη αλλά πανταχού παρούσα πατριαρχική εξουσία, η μοναξιά και το καταπιεστικό άγχος των οικιακών χώρων.

Στην τελευταία σκηνή, η Jeanne κάθεται στην τραπεζαρία με τα χέρια της βαμμένα στο αίμα. Κλείνει τα μάτια, και ένα αινιγματικό χαμόγελο εμφανίζεται και εξαφανίζεται γρήγορα από το πρόσωπό της. Φαίνεται να έχει μια έκφραση ανακούφισης, αν και παραμένει αβέβαιο αν η δολοφονία ήταν μια απελευθέρωση ή μια ανεπανόρθωτη απώλεια ελέγχου. Ο θεατής εύλογα αναρωτιέται. Τι νοιώθει κατά βάθος; Νικήτρια ή ηττημένη;

Γιώργος Ξανθάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα filmy.gr

Smart Search Module