Μενού

ΧΡΟΝΙΚΟ ΕΝΟΣ ΕΦΗΜΕΡΟΥ ΕΡΩΤΑ, ΤΟ - Θοδωρής Δημητρόπουλος

1833 3

Μια single μητέρα κι ένας παντρεμένος άντρας ξεκινούν έναν κρυφό δεσμό έχοντας συμφωνήσει πως είναι κάτι το καθαρά σεξουαλικό– ούτε συναισθηματικά δεσίματα, ούτε τίποτα. Όμως σταδιακά, θα διαπιστώσουν όλο και περισσότερο πως θέλουν να είναι μαζί. Αλλά με τι ακριβώς τρόπο; Θέλουν τελικά το ίδιο πράγμα κι οι δύο;

Ο Εμανουέλ Μουρέ του θαυμάσια κατασκευασμένου και σκηνοθετημένου αισθηματικού δράματος “Αυτά Που Λέμε Και Αυτά Που Κάνουμε”, δημιουργεί και πάλι μια σχεδόν οπερατικής σπουδαιότητας άσκηση πάνω στη συναισθηματική μπαναλιτέ. Σαντρίν Κιμπερλέν και Βενσάν Μακέν (από το σπουδαίο τηλεοπτικό “Irma Vep”) παίζουν το ζευγάρι και κυριαρχούν οπτικά καθώς το κάδρο σχεδόν ποτέ δεν τους εγκαταλείπει. Ακόμα κι όταν το δράμα αυτού του εν δυνάμει ζευγαριού αγγίζει κι άλλους ανθρώπους ή άλλες καταστάσεις, η κάμερα μένει σχεδόν εμμονικά πάνω τους, σχηματίζοντας τη γύρω πραγματικότητα μέσα από τις εκφράσεις και τις αντιδράσεις τους– το άγγιγμα του Μουρέ, ο οποίος εξελίσσεται σε έναν διακριτικό master της κινηματογραφικής απόδοσης σιωπών, κρυφών νοημάτων ή συναισθηματικών διακυμάνσεων που δεν μπαίνουν σε λέξεις.

Υπάρχουν στιγμές συνειδητοποίησης που μοιάζουν σαρωτικές κι αν μην ακούγεται λέξη. Η στιγμή που ένας χαρακτήρας καταλαβαίνει πως είναι ερωτευμένος, ή η στιγμή που παρατηρείς ως θεατής έναν έρωτα ή ένα πάθος να εξατμίζεται μπροστά στα μάτια σου, στο χρόνο που χρειάζεται η κάμερα για να κάνει απλώς μια ταραγμένη κίνηση προς ένα πρόσωπο. Εντυπωσιακό με έναν τρόπο που δεν τραβά την προσοχή στο πόσο εντυπωσιακό είναι, το φιλμ εν τέλει καταγράφει τις συναισθηματικές διακυμάνσεις και την αόριστη υφή του έρωτα και του πάθους πίσω από τα λόγια και τις εκλογικεύσεις. Τοποθετώντας δύο εν τέλει ανήμπορους ήρωες σε ένα πλήρως συνηθισμένο περιβάλλον και καταγράφοντάς τους σε σχέση με αυτό, τοποθετώντας την έμφαση σε όλα αυτά που δε βλέπουμε, που δεν ακούμε. Στα κενά ανάμεσα στις πράξεις, ανάμεσα στις (χρονικές ή χωροταξικές) μετακινήσεις. Στα κενά που εν τέλει πάντα υπάρχουν και χωρίς εμάς, διαποτισμένα όμως με τις ιστορίες μας, με τα ίχνη που αφήνουμε πίσω– όπως συμβαίνει στο αληθινά σπουδαίο φινάλε.

Η ταινία είναι τελικά μια αποθέωση του συνηθισμένου, παιγμένη, σκηνοθετημένη και καδραρισμένη με τις πιο λεπτές νότες κινηματογραφικού και αφηγηματικού ελέγχου. Ή για να το πούμε αλλιώς, το «τίποτα το ιδιαίτερο» μπορεί κάποιες φορές να είναι απολύτως μαγευτικό και να έχει υφανθεί με εντυπωσιακή μαεστρία της απλότητας.

Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr

Smart Search Module