Μενού

ΘΕΑ, Η - Νίνος Φένεκ Μικελίδης

1808 3

Μια τολμηρή, από τις εικαστικά πιο όμορφες, με εξαιρετικό ρυθμό και ανάπτυξη χαρακτήρων, ταινίες του Ρέι, διαυγές σχόλιο πάνω στις δεισιδαιμονίες και το θρησκευτικό φανατισμό και πώς αυτός, μέσα από την πίστη, καταφέρνει να διεισδύει και να επηρεάζει την κοινωνική ζωή της χώρας.

H δύναμη της θρησκείας και η σύγκρουση ανάμεσα στις δεισιδαιμονίες και την επιστήμη είναι στο επίκεντρο της αριστουργηματικής αυτής ταινίας (γυρισμένης το 1960 κα που προβάλλεται εμπορικά για πρώτη φορά στην Ελλάδα) του μεγάλου Ινδού σκηνοθέτη Σατιαζίτ Ράι, τα κλασικά έργα του οποίου ο Βελισσάριος Κοσσιβάκης και η αίθουσα τέχνης Studio μας δίνουν την ευκαιρία να δούμε ή να ξαναδούμε και να απολαύσουμε.

Η θεά της ταινίας, η Ντόγια, η 17χρονη νύφη του Κλικινκάρ Ρόι, ενός «ζαμιντάρ» (φεουδάρχη γαιοκτήμονα), στη Βεγγάλη του 19ου αιώνα, είναι ένα συνεσταλμένο, φοβισμένο, κορίτσι, τρελά όμως ερωτευμένο, με τον Ούμα, τον νεότερο γιο του γαιοκτήμονα, η οποία φροντίζει με σεβασμό τον πατριό της, κάνοντας ακόμη και μασάζ στα πόδια του. Φανατικός πιστός της θεάς Κάλι (Θεάς της Καταστροφής σύμφωνα με την ινδουιστική θρησκεία), και γοητευμένος από τη φροντίδα και τη θεία ομορφιά της Ντόγια, που τον κάνει να την αποκαλεί ασταμάτητα Μητέρα (όπως ακριβώς τη θεά), ο Ρόι, ύστερα από ένα όνειρο όπου πιστεύει πως είδε τη Ντόγια ενσάρκωση της θεάς Κάλι, την ανακηρύσσει θεά και αρχίζει να την λατρεύει ως Κάλι, κάτι που γι’ αυτόν, ένας ίσως τρόπος να την έχει αποκλειστικά κοντά του (στις σκηνές υπάρχει σίγουρα και μια σεξουαλική υπόνοια, με τον Ρόι να την εξιδανικεύει σε θρησκευτική λατρεία).

Όταν μάλιστα, τυχαία, ένα άρρωστο μισοπεθαμένο παιδί συνέρχεται πίνοντας από το «ιερό» νερό με το οποίο έπλεναν τα πόδια της νέας θεάς, η Ντόγια αρχίζει να διερωτάται μήπως είναι πράγματι ενσάρκωση της θεάς. Με το «θαύμα» του αρρώστου παιδιού να τις προσφέρει αμέτρητους πιστούς που καθημερινά αρχίζουν να προσέρχονται κατά χιλιάδες στη Τσαντιπούρ (την παραπλήσια στη Βεγγάλη πόλη όπου ζει ο γαιοκτήμονας και η οικογένεια του), για να επικαλεστούν τη βοήθειά της – με τις αμέτρητες γραμμές των πιστών να θυμίζουν μια αντίστοιχη σκηνή στο τέλος τπυ πρώτου μέρους της ταινία «Ιβάν ο τρομερός» του Αϊζενστάιν, με τον Ιβάν να παρακολουθεί την πορεία του λαού του που προχωρεί κατά χιλιάδες σε μια τεράστια γραμμή στο βάθος του ορίζοντα.

Ενάντια στον Ρόι και τις απόψεις του, και αντίθετα με τον μεγαλύτερο, υπάκουο για προσωπικά συμφέροντα, γιο του, τάσσεται τόσο ο Ούμα, που επιστρέφει από την Καλκούτα, όπου σπούδαζε, σοκαρισμένος με την απόφαση του πατέρα του να ανακηρύξει τη γυναίκα του θεά όσο και η γυναίκα του μεγαλύτερου αδερφού του, που αρνείται να δεχτεί την υποτιθέμενη θεότητα της Ντόγια.

Ο Ράι εστιάζει το ενδιαφέρον του στη σύγκρουση αυτή ανάμεσα στη νεαρή, φοβισμένη Ντόγια, αναγκασμένη να υπακούει και να ακολουθεί τις ξεπερασμένες οικογενειακές και κοινωνικές παραδόσεις και τον φεουδάρχη πατέρα, εκπρόσωπο μιας πατριαρχικής κοινωνίας, ακόλουθο παραδόσεων που αφαιρούν την οποιαδήποτε ελευθερία από το άτομο, ενώ, παράλληλα, καταδικάζουν τη γυναίκα σε άτομο δεύτερης κατηγορίας.

Πλάι στο καθαρά νεορεαλιστικό στιλ της κλασικής «Τριλογίας του Απού», εδώ ο Ρέι επιλέγει μια πιο, λιτή, αυστηρή θα έλεγα, αντιμετώπιση, που μου θύμισε εκείνη του Ρομπέρ Μπρεσόν, με την κάμερά του να εστιάζεται και να πλαισιώνει την Ντόγια, καταγράφοντας με κάθε λεπτομέρεια αντιδράσεις της, στην αρχή, τις σιωπές, το σεβασμό, την υπακοή (που αγγίζει τα όρια δουλοπρέπειας) προς τον πεθερό γαιοκτήμονα, αργότερα την αμηχανία, τους φόβους, την αναποφασιστικότητα, μαζί και την ατολμία της (δέχεται αρχικά να απαρνηθεί τη θεότητα και να φύγει κρυφά με τον σύζυγο για την Καλκούτα, για να υποχωρήσει την τελευταία στιγμή, αρχίζοντας να πιστεύει πως ίσως είναι ενσάρκωση της θεάς), ως την τελική της ανακάλυψη (όταν δεν καταφέρνει να σώσει το πεντάχρονο γιο του μεγαλύτερου αδερφού, ένα ευαίσθητο αγόρι που αγαπούσε και φρόντιζε ιδιαίτερα πριν την ανακηρύξουν θέα), και τον επίπονο αγώνα της ανάμεσα στη λογική και την τρέλα, αγώνα που τελικά θα την καταβάλει (μια γκάμα αισθημάτων που η Σαρμίλα Ταγκόρ πετυχαίνει να μεταδώσει με τον πιο πειστικό τρόπο).

Με μια παρόμοια επιμονή στη λεπτομέρεια καταγράφει και τα αισθήματα του συζύγου της, Ούμα (το ίδιο πετυχημένος στο ρόλο και ο Σουμίτρα Τσάτερτζι) – αναφέρω χαρακτηριστικά μια από τις πιο σημαντικές σκηνές, όταν αυτός φτάνει από την Καλκούτα και αντιμετωπίζει, σαστισμένος και απορημένος, τη γυναίκα του, ακίνητη, αμήχανη, με το βλέμμα κατεβασμένο, μακιγιαρισμένη και τοποθετημένη (στημένη σαν σε διαφήμιση, θα έλεγα) στον ιερό θρόνο της θεάς, σε πλάνα που παραπέμπουν στα πρώτα πλάνα με την προτομή της αληθινής θεάς στη μεγάλη γιορτή των πιστών.

Με τον Σατιαζίτ Ράι να φτιάχνει μια τολμηρή (την εποχή του κατηγορήθηκε για τη στάση του απέναντι στην ινδουιστική θρησκεία), από τις εικαστικά πιο όμορφες, με εξαιρετικό ρυθμό και ανάπτυξη χαρακτήρων, ταινίες του, διαυγές σχόλιο πάνω στο θρησκευτικό φανατισμό και πώς αυτός, μέσα από την πίστη, καταφέρνει να διεισδύει και να επηρεάζει την κοινωνική ζωή της χώρας. Υπήρχαν δυο διαφορετικά φινάλε στην ταινία. Στην πρωταρχική ταινία, η Ντόγια πνιγόταν στο ποτάμι, ενώ, στη δεύτερη, κατοπινή βερσιόν, που προβάλλεται στη χώρα μας, η Ντόγια, έχοντας πια χάσει τα λογικά της, χάνεται μέσα στο δάσος. Και στα δυο όμως, ο Ράι μας προσφέρει μια δυνατή, δοσμένη με ευαισθησία και χαμηλούς τόνους, συναρπαστική ταινία!

Νίνος Φένεκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr

Smart Search Module