Μενού

ΧΡΥΣΑΦΙ ΤΟΥ ΡΗΝΟΥ, ΤΟ - Θόδωρος Γιαχουστίδης

Απίστευτο(ς) κι όμως αληθινό(ς)!
Το χρυσάφι έξω, ο «χρυσός» μέσα...

Μια... ενδεκάδα μεγάλου μήκους ταινιών μυθοπλασίας συμπληρώνει με τούτη εδώ ο γεννημένος στις 25 Αυγούστου του 1973 στο Αμβούργο, τουρκικής καταγωγής σκηνοθέτης Fatih Akin. Από την πρώτη του μεγάλου μήκους, το «Βαθιά κοφτά ανθρώπινα» (Kurz und schmerzlos, 1998) έχουν περάσει 25 χρόνια, μέσα στα οποία έχει καταγράψει μια πολύ ενδιαφέρουσα κινηματογραφική διαδρομή. Είναι ιδιαίτερα αγαπητός στην πατρίδα μας: όλες οι ταινίες του έχουν προβληθεί στα κινηματογραφικά φεστιβάλ της Ελλάδας (το φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ήταν από τα πρώτα φεστιβάλ παγκοσμίως στο οποίο προβλήθηκε η παρθενική ταινία του Akin!) ενώ (σχεδόν) όλες οι ταινίες του έχουν προβληθεί και εμπορικά εδώ (δεν είμαι σίγουρος μόνο για το «Solino»). Έχει τιμηθεί με Χρυσή Άρκτο καλύτερης ταινίας στο φεστιβάλ Βερολίνου για το «Μαζί, ποτέ!» (Gegen die Wand, 2004), έχει κερδίσει το βραβείο καλύτερου σεναρίου στο φεστιβάλ Καννών για το «Η άκρη του ουρανού» (The Edge of Heaven, 2007) και αναδείχθηκε ο νικητής του Ειδικού Βραβείου της Επιτροπής στο φεστιβάλ Βενετίας για το «Soul Kitchen» (2009).

961 1

Η παγκόσμια πρεμιέρα του Rheingold έγινε την πρώτη μέρα του περασμένου Οκτωβρίου στο κινηματογραφικό φεστιβάλ της γενέτειράς του, του Αμβούργου. Ένα μήνα μετά η ταινία πραγματοποίησε την πανελλαδική της πρεμιέρα, στο πλαίσιο του φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, στο οποίο έδωσε το παρών και ο ίδιος ο σκηνοθέτης – όπως κάνει συνήθως. Το σενάριο της ταινίας το υπογράφει ο ίδιος ο Akin (όπως στις 10 από τις 11 ταινίες του – μόνο στο «Solino» δεν υπογράφει το σενάριο) βασιζόμενος στην αυτοβιογραφία του Giwar Hajabi – γνωστού ως Xatar – «Alles oder Nix: Bei uns sagt man, die Welt gehört dir» (Όλα ή τίποτα: Λέμε ότι ο κόσμος σας ανήκει, 2015). Η Ελλάδα είναι η δεύτερη χώρα – μετά την Γερμανία – στην οποία προβάλλεται εμπορικά η ταινία. Στη Γερμανία έχει κάνει μεγάλο σουξέ, καθώς οι εισπράξεις της άγγιξαν τα 10 εκατομμύρια δολάρια!

Η υπόθεση: Συρία, 2010. Ο φυλακισμένος Τζιγουάρ Χατζάμπι, πρόσφυγας κουρδικής καταγωγής, υπόκειται σε βασανιστήρια για να αποκαλύψει την τοποθεσία όπου έχει κρύψει τη λεία μιας μυθικών διαστάσεων ληστείας χρυσαφιού. Η παραμονή του στο ασφυκτικά γεμάτο με συγκρατούμενούς του κελί της φυλακής, θα τον κάνει να ανατρέξει στη ζωή του, πιάνοντας το νήμα των αναμνήσεων από την παιδική του ηλικία, όταν η οικογένειά του χρειάστηκε να διαφύγει από το Ιράν και να καταλήξει τελικά στη Γερμανία μετά από μια μικρή στάση στη Γαλλία. 

Ήταν τα μέσα της δεκαετίας του ‘80 και η οικογένεια προσγειώνεται στο περιθώριο και την ανέχεια, όπως συμβαίνει συχνά με τις προσφυγικές ζωές. Βρίσκουν μπροστά τους ευκαιρίες, αλλά και ακόμη περισσότερα εμπόδια. Σύντομα, ο Τζιγουάρ εξελίσσεται από μικροκακοποιό σε μεγαλο-ντίλερ. Όταν λόγω απίστευτης γκαντεμιάς βρεθεί να χρωστάει πάρα πολλά χρήματα σε ένα καρτέλ, ο Τζιγουάρ καταστρώνει ένα σχέδιο για μια ανεπανάληπτη ληστεία χρυσού, προκειμένου να ξεχρεώσει. Θα τα καταφέρει; Ή μήπως όχι; Και πώς θα μετεξελιχθεί τελικά στον διάσημο και απόλυτα επιτυχημένο ράπερ Ξατάρ;

Η άποψή μας: Υπάρχουν ταινίες μυθοπλασίας τις οποίες βλέπεις και λες «πω ρε φίλε, από τη ζωή βγαλμένα είναι όλα αυτά». Και υπάρχουν και ταινίες μυθοπλασίας τις οποίες βλέπεις και λες «καλά, δεν το πιστεύω, αυτά δεν γίνονται ούτε σε ταινίες». Ε, η νέα ταινία του Fatih Akin ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Με την ειδοποιό διαφορά πως, όλα όσα παρακολουθούμε επί της μεγάλης οθόνης, έχουν γίνει στην πραγματικότητα! Είναι τόσο... εξωφρενική η ζωή που έχουν ζήσει κάποιοι άνθρωποι, που και μόνο να αρχίσεις να τη διηγείσαι, οι ακροατές σου δεν μπορούν παρά να γουρλώσουν τα μάτια τους και να τσιμπιούνται, κάνοντας τη σύγκριση με τις κανονικές δικές τους ζωές. 

961 3

Δεν έχουμε διαβάσει το βιβλίο, δεν γνωρίζουμε αν εκεί ο Τζιγουάρ Χατζάμπι αφηγείται τα γεγονότα της ζωής του γραμμικά και χρονολογικά, από την περιπετειώδη γέννησή του (σε μια σπηλιά γεμάτη νυχτερίδες, με βόμβες και πυροβολισμούς να σαρώνουν την περιοχή, με τη μητέρα του να τα βγάζει πέρα με τον τοκετό μόνη της και να κόβει τον ομφάλιο λώρο με πέτρες!!!) έως την στιγμή που κατόρθωσε να βγάλει τον πρώτο του δίσκο (ηχογραφώντας τον στα κρυφά μέσα σε μια γερμανική φυλακή, χρησιμοποιώντας κουβέρτες για ηχομόνωση!!!). Ο σκηνοθέτης επιλέγει μια πιο... κινηματογραφική (duh!) προσέγγιση: πιάνει το αφηγηματικό νήμα από το σημείο Β, πηγαίνει στην αρχή του Α και καταλήγει στο φινάλε του Γ, κάνοντας αρκετά άλματα, μπρος – πίσω στον χρόνο, χωρίς ποτέ ο θεατής πάντως να νιώθει μπερδεμένος. 

Το μόνο που έχεις να κάνεις, είναι να κάτσεις στην πολυθρόνα του κινηματογράφου και να απολαύσεις κάθε δευτερόλεπτο της ταινίας. Παραδόξως, είναι παραπάνω από ένα τα πράγματα που συνδέουν τούτη την ταινία με την προηγούμενη του Fatih, το παρεξηγημένο, τερατώδες, υπέροχο «Το χρυσό γάντι», που φρίκαρε τη μεγάλη πλειοψηφία των θεατών του. Και οι δύο ταινίες είναι βιογραφίες (οι μοναδικές στην φιλμογραφία του). Και οι δύο έχουν τη λέξη «χρυσός» στον πρωτότυπο τίτλο τους. Και οι δύο έχουν τον Αδάμ Μπουσδούκο σε μικρό αλλά χαρακτηριστικό ρόλο: καλά, ο Μπουσδούκος είναι φιλαράκι με τον Akin, οπότε εμφανίζεται έτσι κι αλλιώς στην πλειοψηφία των ταινιών του. Και οι δύο εστιάζουν στη ζωή και στη δράση κακοποιών. 

Εκεί όμως που ο Φριτζ Χόνκα από το «Χρυσό γάντι» κατέστρεφε, σκότωνε και δεν μπορούσε να αντισταθεί στα σκοτάδια της ψυχής του, ο Τζιγουάρ Χατζάμπι από το «Χρυσάφι του Ρήνου» – εννοείται, καμία σχέση με θετικό πρότυπο – κατάφερε να νικήσει τα σκοτάδια, όχι της ψυχής του, αλλά εκείνα στα οποία τον είχε θαρρείς καταδικάσει από τη γέννα του η κοινωνία – και να απεγκλωβιστεί από την προδιαγεγραμμένη πορεία του ως γκάνγκστερ. Και μετά από ενδοσκόπηση να δει πως το πραγματικό χρυσάφι βρισκόταν μέσα του. Υπάρχουν στιγμές (πολλές) που η ταινία κινδυνεύει να θεωρηθεί πως γκλαμουροποιεί και εξωραϊζει την παρανομία και, χωρίς να το προσπαθεί, να μας κάνει συμπαθές ένα γοητευτικό κωλόπαιδο. 

961 2

Λέω πως ο Fatih Akin κατορθώνει να υπερπηδήσει τον σκόπελο. Πώς; Δείτε την απάντηση που δίνει ο (επιτυχημένος ποια) Τζιγουάρ στην πιτσιρίκα κόρη του στο φινάλε της ταινίας. Μια χαρά και εύκολα μπορούμε να καταδικάζουμε και να σχολιάζουμε αφ' υψηλού κακοποιούς αλλά να δούμε και την αφετηρία τους, ε; Το πως κάποιες φορές δεν υπάρχει καν το δικαίωμα της επιλογής. Μονόδρομος. Δεν είναι ελαφρυντικό... 

Ο Fatih Akin δεν έχει καμιά δυσκολία να χειριστεί τα ετερόκλητα κινηματογραφικά είδη που παρελαύνουν από το πλουσιότατο, πολύχρωμο και πολυεθνικό υλικό του. Κι αν κάτι κάνει εντύπωση είναι πως παρά τις πάνω από δύο ώρες διάρκειας της ταινίας, υπάρχουν σκηνές που θεωρείς πως κόβονται απότομα, υποπλοκές που δεν αναπτύσσονται όσο θα μπορούσαν: είναι τόσο πληθωρική η πρώτη ύλη, που ο σκηνοθέτης, επιλέγει (όσο μπορεί) το «κουτσούρεμα» από έναν άκρατο μαξιμαλισμό, που θα οδηγούσε εντέλει στη φλυαρία. Και ναι, θέλει να είναι όσο το δυνατόν πιο φωτεινός, πιο... golden από κάθε άλλη φορά: αδυσώπητα τα σκοτάδια του «Χρυσού γαντιού» και θέλει να βρει λίγο φως. Κι έτσι πλησιάζει στη φωτεινότητα του «Soul Kitchen» (η πιο διασκεδαστική από όλες τις ταινίες του κατά την άποψή μας) στρεφόμενος με μια αλά Guy Ritchie λογική προς το μεγάλο κοινό. 

Η επιτυχία της ταινίας στη Γερμανία ήταν δεδομένη: ο Xatar είναι δημοφιλέστατος, η εμπλοκή του στη ληστεία τον έχει αναγάγει σε έναν μύθο της μαζικής κουλτούρας (ειρήσθω εν παρόδω, το χρυσάφι δεν έχει βρεθεί ακόμα...), τα ραπ τραγούδια του λατρεύονται από τη νεολαία. Θεωρώ πως η ταινία θα έχει επιτυχία και στη χώρα μας. Έτσι κι αλλιώς τον γουστάρουμε τον Akin και το ξετύλιγμα του μίτου της ζωής του βιογραφούμενου γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε οι μη γνώστες να μην νιώσουν να πετάγονται εκτός ταινίας. Σκληρό τόσο όσο, διασκεδαστικό και με το παραπάνω, θα άξιζε να γυριστεί και μόνο για τη σκηνή με τα μπουκάλια που σπάζουν καταστρέφοντας τον Τζιγουάρ ή εκείνη με το ιδιαίτερο δώρο που προσφέρει στην αγαπημένη του. Αυτό λοιπόν είναι ένα φιλμ που δεν μπορεί παρά να αγαπηθεί.

Θόδωρος Γιαχουστίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα moviesltd.gr

Smart Search Module