ΜΙΚΡΑ ΟΜΟΡΦΑ ΑΛΟΓΑ - Ιφιγένεια Καλαντζή

Στα «Μικρά όμορφα άλογα» (2020), δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του Μιχάλη Κωνσταντάτου (Luton/2013), ο σκηνοθέτης, που συνέγραψε και το σενάριο, αποτυπώνει τις ψυχικές διεργασίες άρνησης των μικροαστών να αποδεχτούν τις ολέθριες επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης.

Μετά από οικονομική κατάρρευση, ένα εύπορο αντρόγυνο με παιδί εγκαταλείπει το άνετο σπίτι στην πρωτεύουσα και καταφεύγει σε διαμέρισμα επαρχιακής πόλης. Ο Πέτρος (Δημήτρης Λάλος), πρώην χρηματιστής, προσπαθεί με κόπο να προσαρμοστεί στη νέα εργασία του, ως επιστάτης στην πολυτελή εξοχική βίλα μιας καλοβαλμένης μεγαλοαστής, που κυκλοφορεί με ακριβό τζιπ και δυο καθαρόαιμα λυκόσκυλα. Η Αλίκη (Γιώτα Αργυροπούλου), πρώην αναισθησιολόγος, βιοπορίζεται ως νοσοκόμα, φροντίζοντας κατάκοιτους. Αδυνατώντας να απαρνηθούν το προηγούμενο επίπεδο διαβίωσης, δημιουργούν μια πλαστή πραγματικότητα, μέσα από τη λύση της ψευδαίσθησης. Έτσι, βρίσκονται να «παίζουν» τους πλούσιους, διαμένοντας στην πολυτελή βίλα, κατά την απουσία της οικοδέσποινας, ενώ η Αλίκη κλείνει ραντεβού με κόλακες μεσίτες, προσποιούμενη πως αναζητά μεγάλο σπίτι, για την εύπορη οικογένειά της. Σε μια επαρχιακή κοινωνία όμως, όπου όλοι γνωρίζονται, η οσμή του ψέματος προσελκύει αδίστακτους εκβιαστές. Ο κλοιός σφίγγει και τα ψέματα συσσωρεύονται σαν απόστημα, έτοιμο να σκάσει.

Ανιχνεύοντας συμπεριφορές και αντιδράσεις, επιχειρείται να σχολιαστεί το μούδιασμα από το βάναυσο ποδοπάτημα κατοχυρωμένων εργασιακών δικαιωμάτων, καθώς και η παράλυση που ακολουθεί τα απανωτά χτυπήματα των μικροαστών, που αφού σύρθηκαν στο βούρκο της ανέχειας, παραδόθηκαν στην κατάθλιψη και στην παράκρουση. Εισάγοντας αρχικά την οπτική του ζευγαριού, μια χαλασμένη γκαραζόπορτα και ένα πρόχειρα καλυμμένο πηγάδι αποτελούν παραφωνία στο τέλειο σκηνικό, για να υποδείξουν πως ό,τι φαίνεται αποτελεί προσομοίωση μιας καμουφλαρισμένης πραγματικότητας και ενός αμυντικού μηχανισμού, μπρος στην καταστροφή. Πλάνα με κάμερα που ακολουθεί ασφυκτικά τους πρωταγωνιστές μεταφέρουν ένταση και αγχωτική κατάσταση, σταθερά και κοφτά πλάνα αναδεικνύουν ένοχες σιωπές και βλέμματα στο κενό, εντείνοντας την αίσθηση αποξένωσης, με τους πρωταγωνιστές να κινηματογραφούνται πίσω από τζάμια, ενώ η απόγνωση απ’ το σαράκι της ταπείνωσης μεταφέρεται καθώς απεικονίζονται σε διαφορετικές σκηνές να καπνίζουν ή να πίνουν βουβοί και μόνοι. Ενίοτε η κουνημένη κάμερα προδίδει κάποιον τρίτο που τους παρακολουθεί από μακριά, ενισχύοντας ανασφάλεια και απειλή. Μέσα από σκηνοθετικά τεχνάσματα των θρίλερ, αποκαλύπτεται σταδιακά μια επιμελώς συγκαλυμμένη ζοφερή πραγματικότητα.

Ο τρόπος που εισάγεται ο μικρός γιος, μέσω παράλληλου μοντάζ, εντείνει αγωνία και αίσθηση κινδύνου. Πλάνα με τον μικρό να τρέχει προς το δρόμο, διαφεύγοντας από την προσοχή της νταντάς, μπλέκονται με σκηνές, όπου το ζευγάρι αμέριμνο στο αμάξι αιφνιδιάζεται από ένα γδούπο, σαν να παρέσυραν κάποιο τετράποδο, που τους βγάζει από το λήθαργο της ντοπαρισμένης φαντασίωσης, ενώ σε διάφορες σκηνές χρησιμοποιούνται αντίστοιχα ηχητικά τεχνάσματα, μεταφέροντας αίσθηση διαρκούς επικινδυνότητας.

Η αίσθηση μόνιμης απειλής συμπληρώνεται με την πρωτότυπη μυστηριακή ηλεκτρονική μουσική της Βελγίδας Λίεζα Βαν ντερ Αα, με αυξανόμενη ένταση -σαν σειρήνα κινδύνου- να υπογραμμίζει δυσφορία και ενοχή, σε στιγμές που το ζευγάρι κάθεται αμίλητο ή όταν δεν σηκώνει το τηλέφωνο που χτυπάει, προδίδοντας πως δεν είναι αυτοί οι ιδιοκτήτες. Μουσική αγχωτικών εγχόρδων καλύπτει τα μακρινά πλάνα των πρωταγωνιστών, που παίζοντας την «ευτυχισμένη οικογένεια» κυλιούνται ανέμελα στα γρασίδια και τσαλαβουτούν στην ξένη πισίνα. Σκηνές κινηματογραφημένες μέσα από παράθυρο, συνοδευόμενες και από διαρκή βόμβο, αποκαλύπτουν με το φάλτσο αυτό αίσθημα δυσφορίας την καταπάτηση και εξαπάτηση, πίσω από μια πλαστή εικόνα ευμάρειας.

Στο δάσος όπου κάνει τζόκινγκ η Αλίκη, τρέχοντας γεμάτη υπερένταση από άγχος, συναντά ένα πανέμορφο κανελί άλογο, σε μια από τις πιο όμορφες εικόνες της ταινίας. Φορτισμένα με το συμβολισμό της ελευθερίας τα άλογα, στον αντίποδα της καταπίεσης που νιώθουν οι πρωταγωνιστές, γίνονται σύμβολο ελπίδας, καθώς συνδυάζονται εδώ με το μουσικό περιστρεφόμενο παιχνίδι με ξύλινα αλογάκια του μικρού, με το οποίο τον αποκοιμίζει η μητέρα του. Η μελωδία του μουσικού αυτού παιχνιδιού ανήκει στο νέγρικο νανούρισμα «All the pretty little horses», που ενέπνευσε τον τίτλο της ταινίας και έγινε το βασικό μοτίβο, ενώ αναπτύσσεται σε θλιμμένη διασκευή στους τίτλους τέλους. Το νανούρισμα αυτό, που το έχουν τραγουδήσει από Οντέτα και Τζόαν Μπαέζ, μέχρι πρόσφατα οι Calexico, αναφέρεται στη νέγρα σκλάβα που νανουρίζει το μωρό του αφέντη της, παραμελώντας το δικό της μωρό.

Συνεχίζοντας το σκεπτικό της ψυχικής διεργασίας μέσω μίμησης, που είχε επιχειρηθεί και στις «Άλπεις» (2011/Λάνθιμος), όπου το θεατρικό παιχνίδι ρόλων μετατρέπεται σε ψυχοθεραπευτική μέθοδο για τη διαχείριση της απώλειας, ο Κωνσταντάτος χρησιμοποιεί μια αντίστοιχη διαδικασία, για να αναδείξει τις «αλλόκοτες» συμπεριφορές που αναπτύσσονται από το τραύμα της ανεργίας.

Στους «Τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας» (1978/Νίκος Παναγιωτόπουλος), οι παρακμιακοί αριστοκράτες βυθίζονται σε λήθαργο, παγώνοντας το χρόνο, απομακρυνόμενοι από τις απαιτήσεις μιας επαναστατημένης εποχής που τους παρέκαμψε, ενώ οι καταποντισμένοι στη μνημονιακή μήνη μικροαστοί του Κωνσταντάτου εγκλωβίζονται στη φούσκα μιας απατηλής ψευδαίσθησης,

παγώνοντας εξίσου το χρόνο, προσπαθώντας να αντιμετωπίσουν την οικονομική καταστροφή με κρυφούς συμμάχους άρνηση, σιωπή και λησμονιά, σε ένα νοσηρό παιχνίδι ρόλων.

Πάντα συνοφρυωμένος, αμίλητος και με ένα τσιγάρο στο χέρι, ο Πέτρος, ως πρότυπο υπεύθυνου οικογενειάρχη, επιστρέφει μοναχός να τακτοποιήσει το κουφάρι του άτυχου ζώου. Η συναισθηματική φόρτιση της διαρκούς πίεσης του ζευγαριού εκτονώνεται με ξαφνικά ξεσπάσματα, όπως με την Αλίκη μπρος στη χαλασμένη γκαραζόπορτα ή με την ανεξέλεγκτη κάποιες στιγμές επιθετικότητα του Πέτρου προς την Αλίκη, τόσο με βίαιες κινήσεις στα παιχνίδια στην πισίνα, όσο και με βάναυση σεξουαλική πολιορκία, μετά από μια νύχτα γεμάτη ψέματα, στο δείπνο, με ένα ζευγάρι φίλων, από την προηγούμενη ζωή τους. Η ψευδαίσθηση πως μέσα από ένα παιχνίδι προσποίησης, θα μπορούσαν να αλλάξουν τάξη, συσχετίζεται και με τη σύγχυση μιας ολόκληρης γενιάς δίχως ταξική συνείδηση. Έτσι, ανώτερου μορφωτικού επιπέδου αλλά άνεργος, ο Πέτρος αντιμετωπίζει ως κατώτερο τον επιστάτη του γειτονικού σπιτιού, ενώ κομπάζει στον ταπεινό αγρότη που καίει κλαδιά, πως ο ίδιος κατοικεί στο ακριβό σπίτι στο λόφο. Ενδεικτικές μεταμνημονιακές συμπεριφορές, που καλλιεργούνται και με τα σύγχρονα φαινόμενα της μεγάλης απόστασης ανάμεσα στο «είναι» και το «φαίνεσθαι», στην εποχή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Στην ταινία παρατηρείται παρόμοια κορύφωση του δράματος, που καταλήγει σε λυτρωτική κάθαρση, όπως στο σινεμά του Μάικλ Λι, υιοθετώντας ωστόσο, την αποστασιοποιημένη ψυχρότητα του υπαρξισμού, που συναντούμε στον Χάνεκε, με την κάμερα σιωπηλό παρατηρητή που καταγράφει καταστάσεις και ενστικτώδεις συμπεριφορές. Με επιρροές από τη διαρκή απειλή στα «Παράξενα Παιχνίδια» (1997/Χάνεκε), ως την οικειοποίηση του εξοχικού των ευκατάστατων αστών από μετανάστες, στην «Ώρα του λύκου» (2003/Χάνεκε), μέχρι και το οσκαρικό νοτιοκορεάτικο «Τα παράσιτα» (2019/Μπονγκ Τζουν-χο), για την αλαζονεία των μπουρζουάδων με το τεράστιο σπίτι στην κορυφή του λόφου, ο Κωνσταντάτος συνδέει επίσης τον απέριττο χαρακτήρα της σύγχρονης αρχιτεκτονικής, με την ταξική ανωτερότητα, ανακαλώντας και την αισθητική της ταινίας «Στο σπίτι» (2014/Αθανάσιος Καρανικόλας).

Αν το σινεμά μπορεί να γίνει ο καθρέφτης μιας λαβωμένης κοινωνίας, τότε μπορεί να μετατραπεί και στο ψυχοθεραπευτικό εργαλείο της. Αυτή η δραματική ταινία με εκλάμψεις από θρίλερ, που καταλήγει σε συμπεριφορική μελέτη για το αποτύπωμα της οικονομικής κρίσης στον ψυχισμό των Ελλήνων, αποκαλύπτει πίσω από τη ψεύτικη ευτυχία, ραγισμένη αξιοπρέπεια, ταπείνωση και κατάθλιψη.

Ιφιγένεια Καλαντζή
Το κείμενο δημοσιοεύτηκε στην ιστοσελίδα edromos.gr

Smart Search Module