Πέντε άνεργα κορίτσια σκαρφίζονται σχέδιο ληστείας γειτονικής τράπεζας και αποκτούν σύμμαχο στο πρόσωπο ηλικιωμένης… σταλινικής αντάρτισσας από το διπλανό διαμέρισμα!

Ένα τεράστιο «Μα, τι σκεφτόντουσαν;» αιωρήθηκε πάνω από το κεφάλι μου σε αυτά τα 95 λεπτά διάρκειας του «Ciao Italia», ενώ βγαίνοντας από την πρεμιέρα του φιλμ ήμουν πεπεισμένος για το ότι δεν γέλασα ούτε σε μία στιγμή του έργου. Αν ρωτάς κι εμένα, όταν αυτό συμβαίνει σε κωμωδία, τα πράγματα δεν είναι καθόλου καλά…

Ο σκηνοθέτης Γιώργος Παπαθεοδώρου, προλογίζοντας την ταινία, δήλωσε πως τη γύρισε με τιμιότητα. Το ερώτημα, όμως, θα έπρεπε να τοποθετείται επάνω στο… τι ακριβώς γύρισε; Το υλικό έβγαζε έναν άκρατο ερασιτεχνισμό που κάνει τις σημερινές ελληνικές τηλεοπτικές παραγωγές να μοιάζουν με χολιγουντιανά κατασκευάσματα, ο όρος «πλανοθεσία» δεν αναζητήθηκε ούτε καν μέσω Google, οι ερμηνείες (ειδικά των κοριτσιών) αποτελούν από μόνες τους ένα μικρό σοκ και το… βαθύτατα «κόκκινης» απόχρωσης χιούμορ με έκανε να σκέφτομαι ότι τούτο το φιλμ μπορεί να έχει προοπτικές cult καταξίωσης μέσω μελλοντικών προβολών στο φεστιβάλ ΚΝΕ – Οδηγητή (διόλου τυχαία η παρουσία της κυρίας Αλέκας Παπαρήγα στην πρεμιέρα…)!

Αισθάνομαι πολύ πιο άβολα αυτή τη στιγμή, καθώς πρέπει να γράψω μία στοιχειώδη κριτική, αλλά αυτό που είδα στη μεγάλη οθόνη δεν περιγράφεται εύκολα με λόγια. Και έχω δει πραγματικά κακό ελληνικό σινεμά, δεν είμαι «παρθένος» στο είδος! Σε μία γειτονιά της Αθήνας, πέντε κοπέλες που αράζουν και «φουμάρουν» διαρκώς στο διαμέρισμά τους (μάλλον συγκατοικούν, αλλά μη ζητάτε λεπτομέρειες γύρω από την πλοκή…), κρυφακούνε τη γειτόνισσά τους και αντιλαμβάνονται πως πρόκειται περί μεγάλης «μαφίας». Εκείνη, σταλινικών πεποιθήσεων αντάρτισσα από το παρελθόν (μην το ρωτάς!), τις τρολάρει και τις μανιπιουλάρει με σχέδιο χτυπήματος κατά του συστήματος. Στόχος, ληστεία τραπέζης… γερμανικών συμφερόντων και κατόπιν φυγή από την Αθήνα για ένα ολόκληρο έτος, ώσπου να ξεχαστεί η υπόθεση (το κρησφύγετο στην επαρχία είναι στιγμή απείρου κάλλους).

ciao italia

Επειδή ό,τι και να γράψω δεν γίνεται να πλησιάσει το επίπεδο της περιγραφής της πλοκής από το δελτίο Τύπου, παράλληλα συμβαίνουν αυτά: «από το πουθενά, ένας παρανοϊκός απόστρατος χωροφύλακας περιπλέκεται στα πόδια τους. Τα πράγματα μπερδεύονται ακόμη περισσότερο όταν στο ‘παιχνίδι’ μπαίνει η δαιμόνια, αδίστακτη ανιψιά, η άπληστη πλαστογράφος αλλά και ένας… περιπτεράς έκπληξη»! Αλήθεια. Η σεναριακή ανάπτυξη, βέβαια, είναι κάτι το αμίμητο, από ένα σημείο και πέρα δυσκολεύεσαι να πιστέψεις τα δρώμενα (από όποια οπτική κι αν τα αντιμετωπίσεις), ενώ το «punchline» του φινάλε που συνδέεται με τον τίτλο της ταινίας, μας χαρίζει (εντελώς στα ξαφνικά) την ολιγόλεπτη εμφάνιση του Γρηγόρη Αρναούτογλου, τον οποίο είχες ξεχάσει ότι περίμενες να δεις, αλλά στην αφίσα του «Ciao Italia» φαντάζει σαν πρωταγωνιστής! Για έναν αδιευκρίνιστο λόγο πείθει περισσότερο από το υπόλοιπο καστ υποκριτικά (το λες και «λαϊκή» φυσικότητα σε συνδυασμό με τη μακρά πείρα μπροστά από τις κάμερες)…

Τελειωτικό χτύπημα, κατά τη διάρκεια των end credits βλέπεις έναν σκασμό από σκηνές που δεν συμπεριλήφθηκαν στο έργο και αντιλαμβάνεσαι ότι πρόκειται για outtakes. Πολλές σκηνές! Δυστυχώς (χιούμορ), χωρίς ήχο. Μεταξύ τους, ένα στιγμιότυπο φανταστικής τηλεοπτικής εκπομπής πολιτικού περιεχομένου με το οποίο είχε αρχίσει η προβολή, προτού το διαδεχθούν δύο «τσόντα» spots χορηγών κι ύστερα ξεκινήσει κανονικά (;) το φιλμ! Δεν ξέρω τι συνέβη εδώ. Δεν ξέρω τι θα πει 7η Τέχνη. Περαστικός ήμουν, είδα κόσμο και μπήκα…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

«Τρεις γενιές σπουδαίων ηθοποιών ενώνονται σε μια σουρεαλιστική πολιτική κωμωδία που θα φέρει μια νέα πνοή στον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο», κατά το δελτίο Τύπου πάντοτε. Το ζήσαμε για να το θυμόμαστε. Αν και για το τελευταίο δεν δίνω πολλά περιθώρια χρόνου…

Ηλίας Φραγκούλης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr