Ο χαλβαδοβιομήχανος Περικλής Συμεωνίδης (Δημήτρης Τζουμάκης) βρίσκεται νεκρός στην έπαυλή του και ο αστυνόμος Ντίμης Μπέκρας (Μάρκος Σεφερλής) καταφθάνει στον τόπο του συμβάντος. Όλα δείχνουν πως ο Συμεωνίδης δολοφονήθηκε και οι ύποπτοι είναι πέντε: η γυναίκα του εκλιπόντος Ευρυδίκη Συμεωνίδη (Ελένη Καστάνη), η κόρη τους Λιλή (Ναυσικά Παναγιωτακοπούλου ), ο Λουί (Νίκος Βουρλιώτης), γιος του Συμεωνίδη από τον πρώτο του γάμο, ο Αρμάνδος (Ιωάννης Απέργης), μπάτλερ της έπαυλης και η ερωμένη του βιομήχανου, Ναστάζια (Πηνελόπη Αναστασοπούλου). Το «λαγωνικό» Μπέκρας και ο υπαστυνόμος Μπουντούνας (Γιάννης Καπετάνιος) ψάχνουν τον ένοχο με κάθε τρόπο.

Έφτασε, λοιπόν, η στιγμή να δούμε (καλύτερα να το είχαμε αποφύγει) και στον κινηματογράφο τον Μάρκο Σεφερλή, στην πρώτη του σεναριακή προσπάθεια. Η στιγμή, δυστυχώς, δεν είναι η σωστή. Δεν αποτελεί, δηλαδή, απόδειξη της καλλιτεχνικής ωρίμανσης του δημοφιλούς ηθοποιού-σκηνοθέτη-σεναριογράφου, ούτε κορύφωση της δημιουργικότητάς του με σκοπό μια κωμωδία αξιώσεων, διότι μένει στα ίδια, στις ίδιες φόρμουλες, στα ίδια κωμικά κλισέ που τόσο χρησιμοποιεί και συχνά εκνευρίζουν. Ήδη οι τίτλοι αρχής πέφτουν σαν κακογυρισμένα πλάνα τηλεοπτικής εκπομπής με αστυνομικό περιεχόμενο. Σκηνές γνωστών ταινιών μπαίνουν ως σφήνες σε ένα συνονθύλευμα παρατραβηγμένων γκαγκ και ηρώων που μιμείται ο Σεφερλής μέσω του Μπέκρα. Έτσι, φορώντας πολύχρωμα μποξεράκια θυμίζει αρκετά τον πράκτορα Ζόχαν που υποδύθηκε ο Άνταμ Σάντλερ το 2008 στην ταινία «Ζόχαν: Πράκτορας υψηλής κομμωτικής», ενώ αγωνίζεται άκομψα και με αρκετά σεξιστικά αστεία να γίνει ένας χαριτωμένος Τζέιμς Μποντ με τα κορίτσια του. Η λατρεία του στον αδέξιο αστυνομικό Φρανκ Ντρέμπιν των ταινιών «Τρελές Σφαίρες» πέφτει στο κενό, διότι ο Λέσλι Νίλσεν ό,τι έκανε ως Ντρέμπιν το έκανε με στιλ. Στο σύνολό της η πλοκή σίγουρα θα θυμίζει ταινίες του παρελθόντος. Αν, όμως, έχετε πρόσφατα παρακολουθήσει την ταινία «Murder Mustery» (2019) του Κάιλ Νεουασέκ, με τον Άνταμ Σάντλερ και τη Τζένιφερ Άνιστον, θα βρείτε κάποιες ομοιότητες ανάμεσα στην πλοκή που σχεδίασε ο σεναριογράφος Τζέιμς Βάντερμπιλτ και στην εξέλιξη που δίνει ο Σεφερλής.

halvai 2

Το σκηνοθετικό κομμάτι δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Τα εσωτερικά πλάνα είναι σφιχτά και φτωχά σε σκηνογραφική επιμέλεια, ένα κρεβάτι, ένα δωμάτιο, ένα γραφείο, αλλά και τα εξωτερικά πλάνα δεν είναι φροντισμένα. Όσο για τα εφέ που απαιτήθηκαν για να οπτικοποιήσουν τη χρήση εξελιγμένων τεχνολογικά όπλων εκ μέρους του Μπέκρα αυτά είναι πιο ψεύτικα και από την περούκα που φορά ο Σεφερλής. Δεν γνωρίζω πόσο κόστισε η ταινία, αφήνοντας εκτός τις αμοιβές των ηθοποιών, αλλά στο σύνολό τους οι σκηνές φαίνονται αρκετά φτηνές καλλιτεχνικά, αισθητικά και ποιοτικά.

Μέσα στην ωραία ατμόσφαιρα της σεφερλιακής λαίλαπας που χτυπά αλύπητα και το ελληνικό σινεμά, υπάρχουν δύο σημεία που θα πρέπει να τονιστούν. Ας μιλήσουμε πρώτα για τον μπάτλερ. Ο Αρμάνδος με το εξωτικό όνομα είναι ένας χαρακτήρας που αναδεικνύεται από τον ηθοποιό Ιωάννη Απέργη. Πετυχαίνει την ξενόφερτη προφορά του, την απορία του στις ερωτήσεις του αστυνόμου και γενικά ξεχωρίζει με θετικό τρόπο. Με θετική διάθεση στεκόμαστε απέναντι και στη σύμπραξη των Σεφερλή και Καπετάνιου. Αν και το σενάριο είναι ανεκδιήγητο, οι δύο ηθοποιοί, χρόνια θεατρικοί συνεργάτες, μοιράζονται κινηματογραφικό χρόνο γεγονός που τους ταιριάζει. Το κωμικό τους ντουέτο λάμπει σε μικρές στιγμούλες μέσα στην ταινία και μπορεί στο μέλλον με τις σωστές επιλογές να λάμψει ακόμα περισσότερο.

Όπως θα καταλάβατε η ταινία είναι μια Χαλβάη, όνομα και πράγμα. Ωστόσο, οφείλω να τονίσω πως όσοι αγαπούν το χιούμορ του Μάρκου Σεφερλή και ενστερνίζονται τους κώδικες επικοινωνίας του με το κοινό, θα τη βρούνε αστεία και θα τρέξουν να την παρακολουθήσουν. Ασφαλώς και αυτό είναι καλό για τους ανθρώπους που εργάστηκαν για την ολοκλήρωσή της και για τις αίθουσες που θα κόψουν εισιτήρια. Δεν είναι καλό, όμως, για τον ελληνικό κινηματογράφο και για τη δύσμοιρη σύγχρονη κωμωδία που μετά από πολλά πάθη και λάθη το μόνο καινούργιο που έχει να μας παρουσιάσει είναι μια προχειροφτιαγμένη κρίση με γεύση από χαλβά. Ο χαλβάς δεν μας γλυκαίνει και η πικρή του αίσθηση μένει, γράφοντας ακόμα μια άχαρη σελίδα στο βιβλίο της κατακρεουργημένης σύγχρονης εγχώριας κωμωδίας!

Δέσποινα Τριανταφυλλίδου
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα eleftheria.gr