Η Άννα δουλεύει ταμίας σε supermarket, δεν έχει ίχνος κοινωνικής ζωής και είναι εθισμένη στο Cosmic Candy, ένα… ζαχαρωτό που σκάει στο στόμα σου και προκαλεί μία χαρούμενη διέγερση. Η Πέρσα είναι το δεκάχρονο κορίτσι του διπλανού διαμερίσματος που περιμένει (κάπως άδοξα) για μέρες την επιστροφή του πατέρα της στο σπιτικό τους. Η Πέρσα θα χτυπήσει την πόρτα της Άννας για βοήθεια. Θα της επιτρέψει να μπει… «στον κόσμο της»;

Το «Cosmic Candy» είναι ένα «παραμύθι» για κορίτσια που δεν μεγαλώνουν ποτέ (με την κακή έννοια). Που δοξάζουν την ανευθυνότητα σε βαθμό ιδανικού «αυτισμού», που αδυνατούν να κάνουν σχέση, να ζευγαρώσουν, ν’ αφήσουν το παιδικό τους δωμάτιο και να συμπορευτούν με τον ενήλικα εαυτό τους. Εκεί έξω. Δεν τίθεται θέμα ωριμότητας εδώ, μιλάμε για περίπτωση «αγκιστρωμένης» απομόνωσης, που στο ντεμπούτο μεγάλου μήκους της Ρηνιώς Δραγασάκη ρίχνει την «ευθύνη» στην απουσία πατρικού προτύπου. Η Άννα έχει χάσει τον ορειβάτη πατέρα της σε σχετικό ατύχημα, η Πέρσα τον έχει «χάσει» γιατί… κάτι δεν πάει καλά με το σενάριο. Το απών αρσενικό οδηγεί τα δύο ταυτόσημου προβληματισμού (αν και με ηλικιακό χάσμα μεταξύ τους) θηλυκά σε μια συνύπαρξη «αδελφική» (αφού η Άννα με κανέναν τρόπο δεν είναι ικανή να παραστήσει το μητρικό σύμβολο), αλλά η πορεία αυτής δεν στηρίζεται πουθενά ώστε να εξελιχθεί μία κάποια ιστορία.

Το φιλμ, στο μεγαλύτερο μέρος του, εξελίσσεται τόσο στο εσωτερικό του supermarket στο οποίο εργάζεται η Άννα (θα έχεις προφανείς αναλαμπές από σκηνές του «Morvern Callar» ή του «Cashback», αμφότερων τίτλων από τα zeroes), όσο και στο τεράστιο και ελαφρώς «έρημο» διαμέρισμά της, μάλλον «προίκα» υποχρεωτική από τον πατέρα της, στο οποίο δείχνει πως «μεγάλωσε». Ο χαρακτήρας της Άννας είναι σχεδόν κενός, όχι ακριβώς «αρτιμελής» (και) στην περιγραφή του. Μαθαίνουμε πως έχει ένα είδος ψυχαναγκασμού με την τακτοποίηση των ραφιών της κουζίνας της, με αφθονία σε καλά στοιχισμένες κονσέρβες, έχουμε καταλάβει τον εθισμό της στο ομώνυμο ζαχαρωτό που… «εκρήγνυται» στο στόμα σου, θα συμπληρώσουμε την άρνηση να δεχτεί άλλους ανθρώπους μέσα στο σπίτι της και κυρίως στο παιδικό της υπνοδωμάτιο. Οι υπόλοιποι κάτοικοι της πολυκατοικίας, φυσικά, δείχνουν πιο «εκκεντρικοί» και διόλου θελκτικοί στο να προσπαθήσει κανείς να επικοινωνήσει μαζί τους. Η ανήλικη γειτόνισσα Πέρσα θα σταμπάρει την Άννα σαν «δικό της» άνθρωπο, ένα πλάσμα απόξενο αλλά και κάπως παιδιάστικο μαζί, άρα μάλλον… προσβάσιμο. Και θα της γίνει «ταγάρι» εν τη (μυστηριώδη) απουσία του πατρός της.

Η υποπλοκή του supermarket είναι αφελής και σχεδόν αχρείαστη, ενώ η κατάσταση στο σπίτι της Άννας είναι κομμάτι παιδική χαρά, με ένα «εύρημα» πακεταρισμένων (από την εποχή της παραλαβής τους) οργάνων γυμναστικής που παραγγέλνει διαρκώς από το διαδίκτυο η ηρωίδα να προσπαθούν να σου κλείσουν «έξυπνα» το μάτι για την αδιαφορία που επιδεικνύει εκείνη προς κάθε κατεύθυνση (και πρωτίστως προς τον εαυτό της), με τη μικρή Πέρσα δίπλα της να της «σπάει» τα στεγανά και να την πλησιάζει όλο και περισσότερο, καθώς έχει «κατσικωθεί» στο διαμέρισμα.

Τα αδιέξοδα του σεναρίου (και των χαρακτήρων) βάζουν διαρκώς εμπόδια στο «Cosmic Candy», ακόμη και όταν η ιστορία προτείνει τη φυγή (προς την επαρχία και τον εντοπισμό της γιαγιάς του κοριτσιού), ενώ ακόμη χειρότερη είναι η ένθεση του στοιχείου του φανταστικού, με την οπτικοποίηση του ζαχαρωτού σαν μία εξωγήινη φανταχτερή «χλαπάτσα» που θα κάνει την ηρωίδα να ξεράσει σε fluo απόχρωση, σε μία «μ’ έκαψες» σεκάνς που τονίζει μονάχα το «weird» της αμηχανίας προσανατολισμού του έργου. Μέσα στην όλη «παραξενιά», οι… «παίζω με παιδικά μουσικά όργανα και μαθαίνω να γράφω και μουσική» συνθέσεις του Felizol δεν εξυπηρετούν κολακευτικά το εγχείρημα της Δραγασάκη (εξαίρεση οι variations πάνω στο «Clair de Lune» του Ντεμπισί, το οποίο αναγράφεται με λάθος στα end credits!), ενώ το original τραγούδι «Σπέσιαλ Αυγόφετα» του ιδίου ανταγωνίζεται σε hipster-ική καλτίλα την «Ηλεκτρονική Εποχή» του Λουκά (γνωστό «hit» που λάνσαρε προ πενταετίας σαν «ανασκαφή» το κανάλι Σύλλογος Φίλων Κακής Μουσικής στο YouTube) από τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Μακάρι η ταινία να είχε έστω και ελάχιστες δόσεις παρόμοιου χιούμορ. Δεν έχει. Απλά, σαστίζεις.

Παρακολούθησα το φιλμ εις διπλούν (ήρωας), για να πειστώ ότι δεν το αδικώ. Και στις δύο περιπτώσεις, κυριάρχησε το ερώτημα «Ποιον αφορά κάτι τέτοιο;». Τελικά, στο ελληνικό σινεμά (πρέπει να) υπάρχει μία μερίδα νέων δημιουργών που ξεκινούν από την εύρεση χρηματοδότησης σχεδόν πριν (καν) ολοκληρώσουν την σεναριακή «ιδεάρα» τους, γυρίζουν τις ταινίες τους με μοναδικό σκοπό… να υπάρξει ένα κάποιο προϊόν (βρε αδελφέ) το οποίο ακόμη κι αν δεν ενδιαφέρει από κανέναν έως τριψήφιο (τετραψήφιο στο «blockbuster» ενδεχόμενο) αριθμό θεατών, έστω προσφέρει τις πιθανότητες της τζάμπα τουριστικής περιήγησης ανά τον… φεστιβαλικό κόσμο (σε όποιο Τμήμα κάτσει, anyway) και… ραντεβού στο επόμενο «script lab» (ή πως τα λένε) και καλό βόλι σε κρατικό budget ή αλλοδαπό επενδυτή. Ο θεατής ποτέ δεν βρίσκεται εντός αυτής της «εξίσωσης». Γι’ αυτό και απέχει. Fair enough (από μεριάς του).

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

«Για τον Τζον Χιούζ όταν και όπου συναντάει τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ», γράφει στο σημείωμά της η Ρηνιώ Δραγασάκη. Ποιος είμαι εγώ, που θα χαλάσω τούτο το «όραμα»;

 

Ηλίας Φραγκούλης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr