Γιατί μία βωβή γερμανική ταινία, που κυκλοφορεί στην Ελλάδα σε επανέκδοση, θα πρέπει να έχει αγγλόφωνο τίτλο; Τί εξυπηρετεί αυτό; Τίποτα απολύτως, για να μην πω ότι της κάνει ζημιά!

Το ημερολόγιο ενός παραστρατημένου κοριτσιού, όπως θα έπρεπε να είναι ο ελληνικός τίτλος, είναι η ένατη ταινία του αυστριακού Παμπστ και η δεύτερη που γύρισε η αμερικανίδα Λουίζ Μπρουκς μαζί του, στη Γερμανία. Το ημερολόγιο αυτό είναι η αιτία της δυστυχίας της Τιμιάνε, μίας αφελούς κόρης φαρμακοποιού, μιας και η ανάγνωσή του αποκαλύπτει ότι έχει μείνει έγκυος από τον βοηθό του πατέρα της. Ο οποίος πατέρας της είχε αφήσει έγκυο την οικονόμο τους, η οποία υποτίθεται ότι αυτοκτόνησε. Κι όταν η Τιμιάνε αρνείται να παντρευτεί τον πατέρα του παιδιού της, κλείνεται σ’ ένα αυστηρό αναμορφωτήριο θηλέων, που διοικείται αυταρχικά από μία τυραννική διευθύντρια και τον φαλακρό βοηθό της, ενώ το παιδί της δίνεται για υιοθεσία. Η απόδραση από το αναμορφωτήριο θα την οδηγήσει στην αρχή σε περιπλάνηση στους δρόμους της μεγαλούπολης και αργότερα στην πορνεία.

Ο Παμπστ μεταφέρει στην οθόνη άκρως ρεαλιστικά (και τολμηρά) το ομότιτλο μυθιστόρημα της συν-σεναριογράφου Μαργαρέτε Μπέμε (το οποίο, λόγω της θύελλας αντιδράσεων που είχε προκαλέσει το 1905 η έκδοσή του, είχε ήδη γίνει ταινία το 1918, από τον Ρίχαρντ Όσβαλντ), μεταθέτοντας την κριτική της διάθεση στα σάπια ήθη της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και επιστρέφοντας στον ρεαλισμό του δικού του Δράματα εις τους οίκους ανοχής (1925), πολύ μακριά από το εξπρεσιονιστικό Λούλου (1929), την άλλη μεγάλη ταινία του με την Μπρουκς. Μία ηθοποιό με ζωηρή ομορφιά, έντονο σεξ-απίλ και μοναδικό τρόπο ερμηνείας, το θεϊκό πρόσωπο της οποίας αγάπησε όσο τίποτα άλλο η κάμερα, επιτρέποντάς της να ασκεί μία ακαταμάχητη γοητεία στον θεατή, μαγεύοντάς τον.

Δημήτρης Κολιοδήμος