Πρώτο μέρος της κλασικής «τριλογίας του Μαξίμ», όπου οι Κόζιντσεφ και Τράουμπεργκ παρουσιάζουν τα ταραγμένα προ-επαναστατικά χρόνια της τσαρικής Ρωσίας.

Τρεις φίλοι εργάτες, ο Μαξίμ, ο Ντιόμα και ο Αντρέι, που κατοικούν στην εργατική συνοικία του Πέτρογκραντ και δεν έχουν την παραμικρή σχέση με την πολιτική και την ταξική πάλη, σώζουν τυχαία τη Νατάσα, μία συνειδητοποιημένη αγωνίστρια, από τα χέρια ενός ασφαλίτη. Την ίδια μέρα, ο Αντρέι σκοτώνεται στο εργοστάσιο και ο Ντιόμα αρχίζει να πνίγει τον πόνο του στο πιοτό. Ο Μαξίμ, όμως, αρχίζει να γίνεται όλο και πιο ριζοσπάστης και πλησιάζει με έντονη επαναστατική διάθεση την οργανωμένη εργατική πρωτοπορία. Δεν θα αργήσει να γίνει ήρωας, ένας πραγματικός λαϊκός ήρωας, με άφθαρτο πνεύμα και λαχτάρα για ελευθερία, που στην πραγματικότητα είναι η αναγνώριση του δικαιώματος κάθε ανθρώπου σε μία ευτυχισμένη ζωή.

Μέσα από τη διαμόρφωση της προσωπικότητας του Μαξίμ παρακολουθούμε την ιδεολογικοπολιτική στράτευση και τη γέννηση των ανθρώπων εκείνων οι οποίοι (αργότερα) πρωτοστάτησαν στην Οκτωβριανή Επανάσταση. Η δύναμη της ταινίας προέρχεται από την αυστηρή φιλμική της γλώσσα, έναν οπτικοακουστικό τρόπο έκφρασης που χαρακτηρίζεται από ελαφρές και συνάμα σκοτεινές αντιθέσεις, από κοντινά πλάνα διαρκείας, από τη χρήση αυθεντικών επαναστατικών τραγουδιών, που υπογραμμίζουν τα δεινά των εργατών. Παρόλο που απεικονίζει συγκλονιστικά γεγονότα, σχεδόν τραγικά, διαθέτει κι ένα υποδόριο, ανάλαφρο χιούμορ, που συχνά έρχεται την επιφάνεια για να μας υπενθυμίσει το πόσο δύσκολη είναι η ζωή. Όμως, εκτός της κινηματογραφικής δεξιοτεχνίας των δύο σκηνοθετών της, το κυρίαρχο στοιχείο της ταινίας είναι η εντυπωσιακή μορφή του Μπόρις Τσίρκοφ στον ρόλο του Μαξιμ: το χαμόγελό του, η ευγένεια των χειρονομιών του και ο τρόπος που κινεί το σώμα του φέρνουν στον ομιλούντα την εκφραστικότητα του βωβού, λες και η ερμηνεία του έχει βγει από τις «εκκεντρικές ερμηνείες» της δεκαετίας του ’20.

Ανδρέας Κουταλάς