Στα νοτιοανατολικά προάστια του Παρισιού, οι περίφημες εργατικές κατοικίες Γκαγκάριν -προς τιμήν του πρώτου σοβιετικού αστροναύτη- ένα τεράστιο συγκρότημα δέκα 13όροφων πολυκατοικιών, σε 16.000 τετραγωνικά μέτρα, χτισμένο για λογαριασμό του ΚΚΓ, μεταξύ 1961- 1963, από τους αρχιτέκτονες Ανρί και Ρομπέρ Σεβαλιέ,  φιλοξένησε Γάλλους εργάτες, αλλά και Ισπανούς, Ιταλούς και Αλγερινούς πρόσφυγες. Μετά την αποβιομηχάνιση της Γαλλίας, το 1970, έμεινε ασυντήρητο και μετατράπηκε σταδιακά σε κουφάρι μισοερειπωμένων και ανθυγιεινών φτηνών εργατικών κατοικιών, μετατρέποντας την περιοχή σε γκέτο εγκληματικών συμμοριών. Η ασύμφορη συντήρηση και η σχεδιαζόμενη αλλαγή χρήσης γης οδήγησε νομοτελειακά στην κατεδάφισή του, το 2020. Στη νεανική ταινία μαγικού ρεαλισμού «Γκαγκάριν», το σκηνοθετικό ντουέτο Φανύ Λιατάρ και Ζερεμί Τρουίλ απαθανάτισε το συγκρότημα αυτό, πριν την κατεδάφισή του, αναβιώνοντας το ουμανιστικό πνεύμα αλληλεγγύης που άνθισε εκεί και ενσαρκώνεται από τον αφρικανικής καταγωγής γεροδεμένο και πολυμήχανο έφηβο Γιουρί (Αλσενί Μπατιλί), που προσπαθεί να οργανώσει ομάδες εθελοντών για τη συντήρηση των κτιρίων, ώστε να αποτραπεί η επαπειλούμενη κατεδάφιση. Ο Γιουρί αναλώνεται σε επισκευές, συλλέγοντας μεταχειρισμένα ανταλλακτικά από μάντρες, με βοηθούς τον αραβικής καταγωγής κολλητό του Χουσάμ και την όμορφη τσιγγανοπούλα Ντιανά, απ’ τον γειτονικό καταυλισμό. Μετά την τελεσίδικη απόφαση κατεδάφισης, ο Γιουρί παρακολουθεί απαρηγόρητος τη σταδιακή εκκένωση του συγκροτήματος και τη μετατροπή της περιοχής σε τεράστιο εργοτάξιο. Όσο οι εργάτες γκρεμίζουν, ο Γιουρί, αποφασισμένος να παραμείνει κρυφά εκεί, διαμορφώνει το δικό του καταφύγιο, ακολουθώντας την ευφάνταστη αισθητική διαστημικής κάψουλας, με στρογγυλά φινιστρίνια, που παραπέμπουν στον Ιούλιο Βερν. Γκρεμίζοντας τοίχους, ανοίγει τα δικά του περάσματα από το ένα διαμέρισμα στο άλλο, δημιουργώντας αυτοσχέδια πτυσσόμενα συστήματα, με κρεμαστά ράφια, ενώ καταφέρνει να φτιάξει με υπεριώδεις λάμπες θερμοκήπιο, όπου καλλιεργεί τα δικά του λαχανικά. Μόνος σε ένα τεράστιο κτίριο-φάντασμα, με μοναδική συντροφιά την Λάικα, το μαύρο σκυλί του, διοργανώνει ένα τελευταίο σχέδιο τη βραδιά της κατεδάφισης.

1304 1

Ο απέριττος αρχιτεκτονικός ρυθμός καθαρών σχημάτων αναδεικνύεται μέσα από εξεζητημένες γωνίες λήψης στα πλάνα των προσόψεων, ενώ ο μαγικός ρεαλισμός πριμοδοτεί κινήσεις της κάμερας με στυλιστική διάθεση. Πότε η αεικίνητη κάμερα παρακολουθεί τις δραστηριότητες των κατοίκων, πότε δανείζεται την αυστηρή κινηματογράφηση του Κιούμπρικ, με διαδοχικά τράβελινγκ προς όλες τις κατευθύνσεις. Η επαναλαμβανόμενη εμβόλιμη ονειρική εικόνα, με την οπτασία του Γιουρί με στολή αστροναύτη, υπό κοκκινωπούς φωτισμούς, γίνεται το οπτικό μοτίβο της συμβολικής υπόστασής του, ως το πνεύμα αυτού του συγκροτήματος, που αργοπεθαίνει μαζί του. Στην ποπ νεανική ατμόσφαιρα συμβάλλουν οι πολύχρωμοι φωτισμοί, η εξαιρετική σκηνογραφία, αλλά και η πρωτότυπη μουσική των Εβγκένι και Σάσα Γκαλπερίν (Χωρίς Αγάπη, 2017/Α. Ζβιάγκιντσεφ). Παράλληλα, στο ραπ ρυθμό του «On the flip of a coin», των The Streets, απεικονίζονται σκηνές χαλάρωσης των κατοίκων, όπου μικροί και μεγάλοι βάφουν, με αρχηγό τον Γιουρί. Στη σκηνή όπου οι τρεις τελευταίοι εναπομείναντες γλεντούν στο θερμοκήπιο του Γιουρί, εντυπωσιάζει η ρέγκε-νταμπ εκδοχή της Μασσαλιώτιδας, από τον Σερζ Γκαινσμπούρ (1979). Εξαιρετική είναι και η χρήση αρχειακού υλικού, από την ανέγερση των πολυκατοικιών, με ασπρόμαυρα αποσπάσματα από συλλογικά φιλμ του εργατικού κινήματος, μαζί με εικόνες από την επίσκεψη του Γιούρι Γκαγκάριν, το 1963, στα πλαίσια των εγκαινίων του συγκροτήματος που φέρει το όνομά του. Με παρόμοια νοσταλγική σκηνοθετική προσέγγιση με το «Good Bye Lenin!» (2003/Βόλφγκανγκ Μπέκερ), η γαλλική αυτή ταινία ανακαλεί και το παραμυθένιο «Ο Θρύλος του 1900» (1998/Τζουζέπε Τορνατόρε), όπου ένας θρυλικός πιανίστας γεννήθηκε και πέθανε μέσα σε ένα υπερωκεάνιο, δίχως ποτέ να πατήσει στη στεριά.

Ιφιγένεια Καλαντζή
Το κείμενο δημοσιοεύτηκε στην ιστοσελίδα edromos.gr