Η επιβολή της θανατικής καταδίκης αναγκάζει τους ανθρώπους να μετατραπούν σε δολοφόνους, μας λέει ο Ιρανός σκηνοθέτης Μοχάμαντ Ρασούλοφ στην εξαιρετική ταινία του, «Δεν υπάρχει κακό», που κέρδισε τη Χρυσή Άρκτο στο φεστιβάλ Βερολίνου 2020. Θανατική ποινή, αξίζει να αναφέρω, που το ιρανικό καθεστώς, από την ανατροπή της μοναρχίας το 1979, χρησιμοποίησε αρχικά για να εξοντώσει αντιφρονούντες, κομουνιστές αντικληρικούς, ακόμη και σκηνοθέτες πορνογραφικών ταινιών, ενώ, στις μέρες μας, συνεχίζει με εκτελέσεις διανοούμενων, συγγραφέων, ακτιβιστών και γενικότερα όσους εναντιώνονται στο καθεστώς.

Μέσα από τις τέσσερις, διάρκειας δυόμιση ωρών, ιστορίες που μας αφηγείται («Το κακό δεν υπάρχει», «Εκείνη είπε: ‘Δεν μπορείς να το κάνεις’», «Γενέθλια» και «Φίλησέ με»), ο Ρασούλοφ κάνει μια καυστική επίθεση ενάντια στη χρήση της θανατικής ποινής που οι ιρανικές αρχές εξακολουθούν να επιβάλλουν, για να μας δείξει πως ότι κι αν οι χαρακτήρες του, σ’ αυτές τις ιστορίες, αποφασίσουν, αυτό, άμεσα ή έμμεσα, θα επηρεάσει και θα διαβρώσει τις σχέσεις τους.

Ο 40άρης Χεσμάτ, στο πρώτο επεισόδιο, ζει μια ήσυχη, ωραία ζωή με τη γυναίκα και τη μικρή τους κόρη. Πίσω όμως από τη φαινομενική ευτυχία τους κρύβεται ένα μυστικό που ανακαλύπτουμε στο τελευταίο πλάνο της ταινίας: ο Χεσμάτ είναι δήμιος στις φυλακές και κάποια στιγμή θα πατήσει το κουμπί που θα ανοίξει την καταπακτή κάτω από τα πόδια πέντε καταδικασμένων σε θάνατο αντρών, οδηγώντας τους, σε σκηνές πραγματικά φριχτές, στο θάνατο.

Στο δεύτερο επεισόδιο, ο Πούγια, ο νεαρός πρωταγωνιστής, που υπηρετεί μια δίχρονη στρατιωτική θητεία, όταν αναγκάζεται να αναλάβει το ρόλο του δήμιου, προτιμά να βρει μια άλλη διέξοδο. Ενώ, προς το τέλος του τρίτου επεισοδίου, ανακαλύπτουμε πως ο νεαρός στρατιώτης που έχει πάρει τριών ημερών άδεια για να παρευρεθεί στα γενέθλια της αγαπημένης του, στην οποία σχεδιάζει να κάνει πρόταση γάμου, είναι στην πραγματικότητα ο εκτελεστής/δήμιος του πιο κοντινού φίλου της οικογένειας.

Σε μια αντίστοιχη δολοφονία οδηγήθηκε, όπως κάποια στιγμή μαθαίνουμε, και ο ετοιμοθάνατος μεσήλικας γιατρός και ερασιτέχνης μελισσοκόμος, που ζει σε μια ειδυλλιακή επαρχία, και ο οποίος έχει καλέσει στο σπίτι του την κόρη του αδερφού του για να της αποκαλύψει ένα μυστικό που έκρυβε εδώ και 20 χρόνια.

Με βάση ένα ωραίο σενάριο, που έγραψε ο ίδιος, ο Ρασούλοφ (βραβείο σκηνοθεσίας το 2017 στο τμήμα «Ένα κάποιο βλέμμα» των Κανών για την ταινία του «Ένας ακέραιος άντρας») αφηγείται τις ιστορίες του με ωραίες εικαστικά εικόνες, με την κάμερα να καταγράφει τις αντιδράσεις των χαρακτήρων του, να προκαλεί τις έντονες αντιδράσεις με το ξαφνικό μοντάζ (όπως στο πρώτο επεισόδιο όταν ανακαλύπτουμε το επάγγελμα του πρωταγωνιστή του), ή να θέτει με άμεσο και επιτακτικό τρόπο το πρόβλημα στην ουσία του (όπως στις σκηνές της φυλακής, στο δεύτερο επεισόδιο, με τους συναδέλφους του Χεσμάτ να προσπαθούν να τον πείσουν να αποδεχτεί τις υποχρεώσεις του νόμου και με τον ίδιο να θέτει το θέμα «τι κάνουμε αν ο νόμος δεν είναι δίκαιος;»), ή πάλι να δείχνει τον θλιβερό αντίκτυπο μιας πράξης που ξεκίνησε, υποτίθεται, με καλό σκοπό.

Πίσω όμως τις πράξεις τους, ο σκηνοθέτης βάζει καίρια, ηθικά και φιλοσοφικά ερωτήματα, που σίγουρα δεν ευχαριστούν ιδιαίτερα την ιρανική κυβέρνηση (εξ ου και η απαγόρευση του ταξιδιού του Ρασούλοφ στο Βερολίνο όταν προβλήθηκε η ταινία του), με τον ίδιο να διερωτάται, «πώς καταφέρνουν οι αυταρχικοί ηγέτες να μεταμορφώνουν τους ανθρώπους σε απλά συστατικά του αυταρχικού μηχανισμού τους; Στα αυταρχικά καθεστώτα, ο μοναδικός στόχος του νόμου είναι η διατήρηση του κράτους και όχι η διευκόλυνση και η ρύθμιση των ανθρωπίνων σχέσεων. Εγώ προέρχομαι από ένα τέτοιο κράτος… Γι’ αυτό και ήθελα να αφηγηθώ ιστορίες που βάζουν το ερώτημα: ως υπεύθυνοι άνθρωποι, μπορούμε να επιλέξουμε όταν ένας αυταρχικός ηγέτης μας ζητά να επιβάλουμε απάνθρωπες διαταγές; Όταν πρόκειται για τα ανθρώπινα συναισθήματα, σε τέτοιες περιπτώσεις αυταρχισμού πού μας αφήνει η δυαδικότητα του έρωτα και της ηθικής ευθύνης;».

Νίνος Φενέκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr