Εβραίος κρατούμενος σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, σε μία απέλπιδα προσπάθεια ν’ αποφύγει τον βέβαιο θάνατο, ισχυρίζεται πως στην πραγματικότητα είναι Πέρσης! Για καλή του τύχη, ο διοικητής του επιθυμεί διακαώς να μάθει να ομιλεί… φαρσί. Ή μήπως η τύχη του δεν είναι και τόσο καλή;

Από το «Έξι Λεπτά Πριν τα Μεσάνυχτα» (με το οποίο εγκαινιάστηκε η φετινή θερινή σεζόν) μέχρι τα «Μαθήματα Περσικών», μοιάζει να είναι ανεξάντλητη η περί Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου κινηματογραφική μυθολογία. Τούτη η εκ Λευκορωσίας νέα συνεισφορά στο είδος (που αποτέλεσε και την υποβολή της χώρας για το βραβείο Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας, αλλά αποκλείστηκε από την Ακαδημία δια «τεχνικούς λόγους»), δεν έχει να κάνει με κατασκοπεία όπως το προαναφερθέν αγγλικό έργο, αλλά ανήκει στην ακόμα πιο πολυφορεμένη κατηγορία που αφορά το Ολοκαύτωμα.

Ειλικρινά, θεωρώ πως η συγκεκριμένη θεματολογία έχει προ πολλού εξαντληθεί, με ό,τι σχετικό είχε τυχόν μείνει ανεξερεύνητο να ειπώθηκε με τρόπο σαφέστατο από τον «Γιο του Σαούλ» (2015). Το φιλμ του σκηνοθέτη Βαντίμ Πέρελμαν (ο οποίος είχε ντεμπουτάρει το 2003 με το πολύ καλό «Σπίτι από Άμμο και Ομίχλη», για να χαθεί έκτοτε) δεν είναι τόσο βαρύ κι ασήκωτο, φέρνοντας ενίοτε σε λαϊκού τύπου σινεμά α λα «Η Ζωή Είναι Ωραία» (1997), δίχως ασφαλώς να κουβαλά τις τεράστιες φιλοδοξίες του (οσκαρικού, τελικά) εγχειρήματος του Ρομπέρτο Μπενίνι. Όπως και να ‘χει, το βέβαιον είναι πως πλάι στην ανεξάντλητη περί Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου κινηματογραφική μυθολογία, μπορούμε πια να τοποθετήσουμε και την ανεξάντλητη… εμμονή της ντόπιας διανομής προς ταινίες που αφορούν τη συγκεκριμένη («μαύρη» από όλες τις απόψεις) εποχή. Εκτός κι αν θέλουν με αυτόν τον τρόπο να μας πουν κάτι (και) για… το σήμερα.

1105 1

Αφού πληροφορηθούμε (από τη σχετική κάρτα) πως η ταινία είναι εμπνευσμένη από αληθινά γεγονότα, η πλοκή ξεκινά συστήνοντας τον βελγικής καταγωγής Εβραίο ονόματι Ζιλ, ο οποίος μαζί με άλλους συμπατριώτες του βρίσκεται καθ’ οδόν για κάποιο από τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η έμπνευσή του, ν’ ανταλλάξει το λίγο φαγητό που έχει μαζί του με το γαλλοπερσικό βιβλίο που του προτείνει συγκρατούμενός του, είναι αυτή που θα του σώσει τη ζωή, αρχικά. Ο Ζιλ δηλώνει σε στρατιώτη των SS, ο οποίος είναι έτοιμος να τον πυροβολήσει, πως μπορεί ν’ αποδείξει ότι δεν είναι Εβραίος αλλά Πέρσης, με τον Ναζί δεσμοφύλακα που έχει αντίληψη περί της σφοδρής επιθυμίας του Διοικητή του στρατοπέδου να βρει (για δικούς του λόγους) έναν οποιονδήποτε Ιρανό, να θεωρεί πως χτύπησε φλέβα χρυσού. Εάν ο Εβραίος λέει την αλήθεια, τότε εκείνος μονομιάς θ’ ανέβει στην εκτίμηση του Διοικητή Κοχ, εάν όχι, απλά, τον… σκοτώνει αργότερα. Αυτό που στην αρχή έμοιαζε με έξυπνο «κόλπο» της στιγμής για τον Ζιλ, ώστε να μείνει έστω για λίγο ακόμη ζωντανός, μετατρέπεται σε κάτι σαν εφιάλτης όταν συνειδητοποιεί τον λόγο για τον οποίο ο χερ Κοχ γύρευε να του φέρουν έναν κάποιον Πέρση. Το σχέδιο του Γερμανού αξιωματικού για μετά την λήξη του πολέμου είναι να εγκατασταθεί στην Τεχεράνη ανοίγοντας εκεί ένα εστιατόριο (!), και γι’ αυτό θέλει να μάθει να μιλά φαρσί, ζητώντας από τον πρώην Ζιλ νυν Ρεζά να γίνει ο δάσκαλός του. Πώς, όμως, διδάσκεις μια γλώσσα από την οποία δεν γνωρίζεις ούτε λέξη και, το κυριότερο, πώς μπορείς να θυμάσαι κι εσύ όλα αυτά που δήθεν διδάσκεις για να μην αποκαλυφθεί το κόλπο σου;

Δεν γνωρίζουμε που ξεκινά και που σταματά η «έμπνευση από αληθινά γεγονότα», όμως, η βασική ιδέα είναι ομολογουμένως ευφάνταστη, όσο και εξωπραγματική. Ως συνέπεια τούτου, αυτό που προκύπτει είναι ένας συνδυασμός παράλογης κωμωδίας (αν και όχι στο στυλ του μη πολιτικά ορθού, όπως το επιχείρησε το «Τζότζο»), με γενναίες δόσεις τραγωδίας περί της ανθρώπινης ύπαρξης, από εκείνες που μας «χάρισε» απλόχερα η ναζιστική περίοδος. Σε ό,τι αφορά το πρώτο σκέλος, ο Πέρελμαν προσπαθεί να ξεπεράσει τον προφανή σκόπελο της εξωφρενικής σεναριακής ιδέας, βάζοντας τον Διοικητή Κοχ να δηλώνει ορθά-κοφτά στον Ρεζά πως τον ενδιαφέρει μόνο η εκμάθηση των περσικών λέξεων, αδιαφορώντας για συντακτικό, χρόνους και άλλα τέτοια περιττά! Αυτό οδηγεί σε μια σατιρικού ύφους πλοκή, καθώς ο αυτόκλητος διδάσκαλος καταβάλει αγωνιώδεις προσπάθειες για να δημιουργήσει δικές του λέξεις στα «φαρσί», ανακαλύπτοντας τελικά μια (τραγική κατά τα άλλα) μέθοδο, ώστε και να τις βρίσκει εύκολα αλλά και να τις θυμάται… ο ίδιος. Στο παρόμοια σατιρικό πλαίσιο κινείται και το αισθηματικό subplot τύπου ερωτικό τρίγωνο ανάμεσα στους Ναζί δεσμοφύλακες, το οποίο κρίνεται ως λίαν αποτυχημένο και αποπροσανατολιστικό, αφού με άγαρμπο τρόπο επιχειρεί να φτιάξει κλίμα έως και παρεΐστικης καθημερινότητας εντός στρατοπέδου συγκέντρωσης, καταφεύγοντας ακόμη και σε αστεία περί μεγέθους ανδρικής ανατομίας που θα ταίριαζαν γάντι σε «χοντροκομμένη αμερικανιά» των αδελφών Φαρέλι!

1105 5

Σε ό,τι έχει να κάνει με την τραγωδία του πράγματος, το στόρι ακολουθεί τα γνωστά που ο καθείς φαντάζεται και πολλάκις έχει δει. Η κατάντια του ανθρώπινου είδους όπως δια χειρός ναζισμού ενσαρκώθηκε, ευλόγως εμφανίζεται κι εδώ, με εν ψυχρώ δολοφονίες, βασανιστήρια και πράξεις εξευτελισμού της ανθρώπινης ύπαρξης. Στο φινάλε γίνεται πλήρως κατανοητό το νόημα που ως παρακαταθήκη θέλουν ν’ αφήσουν πίσω τους τούτα τα «Μαθήματα Περσικών», αφού τότε γίνεται απολύτως σαφής και η νουθεσία που κρύβεται πίσω από την διδασκαλική μέθοδο του Ρεζά. Θυμίζει «Δίκη των 7 του Σικάγου» η σεναριακή κατακλείδα του φιλμ, με τις δύο ταινίες να μοιράζονται τον κοινό παρονομαστή ενός λανθάνοντος φαρσικού κλίματος εντός μιας ζοφερής περιόδου. Διόλου τυχαία, ίσως, αμφότερες δεν πετυχαίνουν το στόχο τους.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Όσο λάτρεις των φιλμ περιόδου Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και να είστε (σηκώνω πρώτος το χέρι!), τούτα τα «Μαθήματα Περσικών» δεν τα μιλάνε… φαρσί, αποτελώντας περίπτωση ταινίας του ενός ευρήματος, το οποίο δεν δύναται να υπηρετήσει πλήρως την διάρκειά της. Συναίσθημα και απλοποίηση έναντι ψυχολογικού μαρτυρίου, χάρη στην λαϊκού τύπου σκηνοθετική προσέγγιση, κάνει το γεμάτο δίωρο να «τσουλάει» (σε γενικές γραμμές, έστω). Το θέμα, βέβαια, είναι και πόσο Ολοκαύτωμα αντέχετε ακόμα…

Νίκος Παλάτος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr