Μαθήματα επιβίωσης
Επινοώντας και μιλώντας μια γλώσσα... φαρσί

Αυτή είναι μόλις η τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία που σκηνοθετεί ο γεννημένος στις 8 Σεπτεμβρίου του 1963 στο Κίεβο της Ουκρανίας, Vadim Perelman. Η μέχρι τώρα φιλμογραφία του έχει ως εξής: «Σπίτι από άμμο και ομίχλη» (House of Sand and Fog, 2003 – ταινία που μάζεψε τρεις υποψηφιότητες για Όσκαρ), «Μπροστά στα μάτια της» (The Life Before Her Eyes, 2007 – ταινία που βγήκε κατευθείαν σε dvd στην Ελλάδα) και «Kupi menya» (Buy Me – ταινία ρωσικής παραγωγής, που κυκλοφόρησε μόλις σε 7 χώρες σε όλο τον κόσμο μεταξύ των οποίων δεν ήταν η χώρα μας).

Η παγκόσμια πρεμιέρα της τελευταίας του ταινίας έγινε τον Φεβρουάριο του 2020 στην Berlinale, όπου προβλήθηκε στο επίσημο πρόγραμμα, εκτός συναγωνισμού, στο πλαίσιο των ειδικών προβολών Berlinale Special Gala. Το σενάριό της βασίζεται μερικώς στο διήγημα «Erfindung einer Sprache» (Η ανακάλυψη μιας γλώσσας) του Wolfgang Kohlhaase και υποτίθεται πως μια αληθινή ιστορία αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης του διηγήματος. Το φιλμ ήταν η επίσημη πρόταση της Λευκορωσίας (μίας από τις συμπαραγωγούς χώρες της ταινίας) για το ξενόγλωσσο Όσκαρ, η υποψηφιότητα, όμως, δεν έγινε αποδεκτή, καθώς στην ταινία ακούγονται κυρίως γερμανικά, λίγα γαλλικά και μπόλικα ψεύτικα φαρσί, ενώ και η πλειονότητα όσων εργάστηκαν για την ταινία δεν ήταν Λευκορώσοι.

1105 2


Η υπόθεση: Ο Ζιλ είναι ένας νεαρός Εβραίος, γεννημένος στην Αμβέρσα, την πρωτεύουσα των διαμαντιών στο Βέλγιο, ο οποίος συλλαμβάνεται από τους Ναζί το 1942 καθώς προσπαθεί να διαφύγει προς την (ουδέτερη) Ελβετία. Μέσα στο φορτηγό όπου στριμώχνεται μαζί με άλλους, ανταλλάσσει το μοναδικό σάντουιτς που διαθέτει, με ένα βιβλίο περσικών μύθων, κατόπιν έντονης πίεσης από συγκρατούμενό του Εβραίο. Κι όταν διαπιστώνει πως οι Ναζί σταματούν σε ξέφωτο ενός δάσους για να τους εκτελέσουν, υποστηρίζει πως δεν είναι Εβραίος, πως κατά λάθος συνελήφθη και πως στην πραγματικότητα είναι Πέρσης κατά το ήμισυ, ονόματι Ρεζά. Για καλή του τύχη, ένας από τους Ναζί στρατιώτες του εκτελεστικού αποσπάσματος, τον ακούει. Και για ακόμα καλύτερη τύχη του Ζιλ – Ρεζά, ένας αξιωματικός των SS, σε ένα διακομιστικό στρατόπεδο κάπου στη Γαλλία, ο Κοχ, ζητάει κάποιον να του μάθει Περσικά – Φαρσί δηλαδή. 

Όντας σεφ πριν τον πόλεμο, ο Κοχ ονειρεύεται πως, αμέσως μετά τη λήξη του, θα πάει στην Τεχεράνη να ανοίξει εστιατόριο. Και θέλει να είναι προετοιμασμένος. Να μάθει τη γλώσσα. Ο Ζιλ – Ρεζά, δεν ξέρει γρι Φαρσί. Για να επιβιώσει, θα πρέπει να εφεύρει μια γλώσσα και να μαθαίνει στον Κοχ τουλάχιστον τέσσερις λέξεις την ημέρα. Καθόλου εύκολο επιχείρημα, καθώς πρέπει να δημιουργεί και να απομνημονεύει τις λέξεις αυτής της αυτοσχέδιας γλώσσας. Θα βρει έναν τρόπο να τα καταφέρει. Το θέμα είναι το εξής: θα καταφέρει να μην αποκαλυφθεί το ψέμα του, ιδίως όταν ένας στρατιώτης έχει βαλθεί να τον ξεσκεπάσει κι όταν καθημερινά βλέπει τις άθλιες συνθήκες κράτησης και τις κακουχίες που βιώνουν οι πραγματικοί ομόθρησκοί του;

Η άποψή μας: Κοίτα να δεις τώρα, ένα παράξενο φιλμ, που δεν ξέρεις πώς να το αντιμετωπίσεις. Αρχικά, είναι (ακόμα) μία ταινία για το Ολοκαύτωμα. Οπότε, δύσκολα μπορείς να πεις κάτι άσχημο γι' αυτήν, ιδίως από τη στιγμή που κακή δεν μπορείς να τη χαρακτηρίσεις. Μπορείς να πεις πολλά πράγματα γι' αυτήν, αλλά κακή, όχι. Ούτε σε ότι αφορά τις προθέσεις ούτε την κατασκευή ούτε το τελικό αποτέλεσμα. Αφελή, ναι. Καλοσυνάτη, ναι. Μέχρι και... χιουμοριστική μπορείς να την χαρακτηρίσεις. Κυρίως, απαιτεί από τον θεατή αυτό που οι αγγλοσάξονες χαρακτηρίζουν «suspension of disbelief», φράση που δεν έχω βρει ακόμα τρόπο να μεταφράσω επακριβώς σε ότι αφορά το νόημά της στα ελληνικά. Περιφραστικά, απαιτεί από τον θεατή να ακυρώσει την δυσπιστία του, να καταπιεί αμάσητα όλα όσα είναι απίθανα και συμβαίνουν επί της μεγάλης οθόνης! 

1105 3

Γιατί, ποιος μπορεί να πιστέψει πως ο στυγνός Γερμαναράς Κοχ πείθεται από τον μισοριξιά Ζιλ – Ρεζά πως είναι Ιρανός (Πέρσης) επειδή απαντάει σε ερωτήσεις που ακόμα και οι χειρότεροι παίχτες του Αδύναμου Κρίκου θα απαντούσαν, όπως «ποια είναι η πρωτεύουσα της Περσίας» και «ποια γλώσσα μιλάνε στην Περσία». Επίσης, πώς είναι δυνατόν ένας αξιωματικός των SS, που θέλει να μάθει με κάθε τρόπο περσικά, να μην κάνει τον κόπο να πάρει ένα βιβλίο εκμάθησης περσικών; Κι αν τελικά μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος δεν κατάφερνε να βρει ανάμεσα στους αιχμαλώτους του στρατοπέδου όπου ζει έναν Πέρση, δεν θα μάθαινε περσικά; Αμ το άλλο; Πώς μπορεί κάποιος να μάθει μια γλώσσα μαθαίνοντας μόνον λέξεις; Πφφ, λεπτομέρειες. 

Ο Perelman αναπαράγει τα στερεότυπα ανάλογων ταινιών του είδους και προσπαθεί να δώσει μια πιο ανθρώπινη υπόσταση στον Κοχ – κάτι που ψιλοκαταφέρνει μέσω της ερμηνείας του Lars Eidinger (σημείωση: όσοι παρακολουθείτε φανατικά το «Babylon Berlin» θα αναγνωρίσετε τόσο αυτόν όσο και την Leonie Benesch ως βασικούς ήρωες του εξαιρετικού δημιουργήματος των Henk Handloegten, Tom Tykwer και Achim von Borries). Από εκεί και πέρα ο σκηνοθέτης συμπεριλαμβάνει στην αφήγηση μπόλικες υποπλοκές, για να γεμίσει το φιλμ με κάτι περισσότερο από τα μαθήματα. Όμως, αυτές οι υποπλοκές (όπως εκείνη με την αξιωματικό, που διαδίδει ότι ο διοικητής του στρατοπέδου, με τον οποίο είχε ερωτικές σχέσεις, είναι μικροτσούτσουνος) δεν έχουν ενδιαφέρον και χρησιμοποιούνται μόνον ως γέφυρες - γεμίσματα για να ενωθούν τα κομμάτια του παζλ έτσι όπως πρέπει και να δικαιολογηθούν κάποιες αντιδράσεις – καταστάσεις – αποφάσεις. 

Το μεγάλο ατού της ταινίας είναι ο Nahuel Pérez Biscayart στο ρόλο του Ζιλ – Ρεζά, που με μια σούπερ ερμηνεία παλεύει να ανεβάσει το ενδιαφέρον των θεατών και τις επιδόσεις του φιλμ. Δεν αρκεί. Όπως δεν αρκεί το θαυμάσιο και καίριο φινάλε, που από τη μια στιγμή στην άλλη παλεύει να ανεβάσει το επίπεδο από εκείνο ενός «Η ζωή είναι ωραία» σε εκείνο ενός «Η λίστα του Σίντλερ». Το τρικ που χρησιμοποιεί ο Ζιλ – Ρεζά για να θυμάται τις λέξεις που κατασκευάζει, γίνεται το απόλυτο εργαλείο αποτύπωσης και διατήρησης της Ιστορικής Μνήμης. Ψεύτικες λέξεις φτιαγμένες από τα ονόματα αληθινών ανθρώπων: ναι, αυτό αξίζει τον κόπο να ειπωθεί σε μια ταινία, ακόμα κι αν η υπόλοιπη ταινία δεν στέκεται στο ύψος των περιστάσεων.

Θόδωρος Γιαχουστίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα moviesltd.gr