Ο Νίκολας Μπάνιστερ, βετεράνος ενός ασαφούς πολέμου που έλαβε χώρα στο κοντινό μέλλον, ζει σ’ ένα πλημμυρισμένο Μαϊάμι και προσφέρει, μέσω του τεχνικού εξοπλισμού που έχει στην κατοχή του, την ευκαιρία στους πελάτες του να «βιώσουν» μια επιθυμητή ανάμνηση από το παρελθόν τους. Μια μέρα, η μυστηριώδης Μέι θα του χτυπήσει την πόρτα…

Υπόσχεται πολλά το «Ταξίδι Μέσα από τη Μνήμη», αλλά δεν παραδίδει κάτι ενιαίο και ολοκληρωμένο, για να καταλήξει ένα (ακόμη) «πείραμα» / homage στο φιλμ νουάρ, με εκσυγχρονιστικά (για το είδος) στοιχεία που φορτίζουν με εκκεντρικότητα την πλοκή. Υπάρχουν ωραίες ιδέες, η καλλιτεχνική διεύθυνση έχει δώσει πόνο, αλλά ούτε το σενάριο, ούτε και η σκηνοθεσία (φιλμικό ντεμπούτο) της Λίσα Τζόι αντέχουν να κρατήσουν σε υψηλά επίπεδα (ή πάνω από την επιφάνεια του νερού…) το σύνολο του project, στα credits του οποίου εμφανίζεται ως παραγωγός ο Τζόναθαν Νόλαν (ο νεαρότερος αδελφός κάποιου Κρίστοφερ). Όχι πως είμαι κουτσομπόλης, αλλά πήρε το μάτι μου ότι τυγχάνει και σύζυγος της κυρίας Τζόι. Χμμμ…

Οπτικά, η δουλειά που έχει γίνει εδώ αξίζει προσοχής, καθώς βρισκόμαστε σε μία δυστοπία κλιματικής κρίσης, κατόπιν ενός πολέμου που, όμως, ποτέ δεν επεξηγείται επαρκώς. Ο κεντρικός ήρωας του φιλμ επέζησε αυτού και με την ιδιότητα ενός «ντετέκτιβ» του νου, χρησιμοποιεί μία συσκευή που επιτρέπει στους πελάτες του να ξαναζούν αγαπημένες στιγμές του παρελθόντος τους, καθώς το μέλλον δεν διαγράφεται καθόλου ελπιδοφόρο για την ανθρωπότητα. Η εμπειρία αυτή εμπεριέχει (και) τον κίνδυνο της απόλυτης εξάρτησης στις αναμνήσεις, «παγίδα» που μπορεί να κάνει ανεπανόρθωτη ζημιά σ’ εκείνους που επιστρέφουν σ’ αυτήν ξανά και ξανά.

1240 2

Η ξαφνική εμφάνιση της Μέι θα κεντρίσει το ενδιαφέρον του Νίκολας. Με το πρόσχημα ότι πρέπει να θυμηθεί που έχασε κάτι κλειδιά, θα του φανερώσει στοιχεία της ζωής της που θα τον γοητεύσουν κι εκείνος θα προσπαθήσει να την ξαναδεί. Μια ρομαντική ιστορία ξεκινά και… διακόπτεται εντελώς απότομα με την εξαφάνιση εκείνης. Πλέον, ο Νίκολας μετατρέπεται σε πραγματικό ντετέκτιβ, αναζητώντας τα ίχνη της μέσα από τυχαίες μνήμες άλλων ανθρώπων, που περιέργως σχετίζονταν (και) μαζί της.

Χωρίς να θέλει ακριβώς να θυμίζει ή να παραστήσει ένα νουαρικό «Inception» (2010), τούτο το «Ταξίδι» χρησιμοποιεί περισσότερο τα στερεότυπα του συγκεκριμένου genre, κώδικες προβλέψιμους για τον έμπειρο θεατή τον οποίο προσπαθεί να παραπλανήσει (όπως η Μέι), αλλά δεν επιτυγχάνει ν’ ανανεώσει όλα αυτά τα χαρακτηριστικά στοιχεία με λειτουργικό τρόπο, ώστε να θεωρηθεί ένα επιτυχημένο «neo»-νουάρ φιλμ. Ο ρόλος της μοιραίας γυναίκας που θα ήθελε πολύ να μοιάσει στη «Laura» (1944) δε στέκει νοηματικά σαν παρουσία και το background των κινήτρων ανακατεύει παρακινδυνευμένα από το… νερό έως και την γονική προστασία (έβηξε κανείς… «Chinatown»;), εμφανίζοντας παράλληλα ένα κάρο από υποπλοκές που δύσκολα συνδέονται μεταξύ τους. Ήθελε τεράστια μαεστρία για να δουλέψει σωστά ένα τόσο πολύπλοκο σενάριο και, προφανώς, η Τζόι δεν την κατέχει (σίγουρα μέχρι στιγμής).

Η μεγάλη διάρκεια αδικεί ακόμη περισσότερο την όλη προσπάθεια, που τελικά αφήνει στη μνήμη κυρίως μερικές θαυμάσιες εικόνες ενός μελλοντικά πλημμυρισμένου Μαϊάμι (έκπληξη και αισθητικό highlight το που βουλιάζει ο χαρακτήρας του Νίκολας σε μια στιγμή της μονομαχίας κλιμάκωσης του έργου). Από ερμηνείες, ο Χιού Τζάκμαν (άξιον απορίας γιατί) δείχνει έξω από τα… νερά του και υποδύεται έναν εντελώς άψυχο ήρωα, ενώ η Ρεμπέκα Φέργκιουσον (με αυτό το υπέροχα παλιομοδίτικο παρουσιαστικό που φέρνει στο νου την Ίνγκριντ Μπέργκμαν, ναι, θα το ξαναπώ), πλέον, κερδίζει επάξια τον τίτλο της πιο υποσχόμενης ηθοποιού τούτης της περιόδου που κάνει (μα, πάντα;) τις πιο λάθος επιλογές, σε βαθμό να στενοχωριέσαι που η καριέρα της οδεύει προς το να βαλτώσει. Θα πρότεινα, δε, στην Λίσα Τζόι ν’ αφήσει τις… νολανικές επιρροές και να κάτσει να ξεστραβωθεί παρακολουθώντας την χιτσκοκική φιλμογραφία. Όλο και κάτι θα μάθει. Και το χρειάζεται επειγόντως.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Οι μελετητές του φιλμ νουάρ θα βρουν πράγματα εδώ, η ταινία αφορά στο πλαίσιο αυτού του genre, αλλά το αποτέλεσμα αστοχεί συνολικά, καθώς το puzzle της πλοκής ολοκληρώνεται με κομμάτια που ζορισμένα τοποθετήθηκαν σε… λάθος θέσεις. Ήθελε κι έναν extra κόπο στο μοντάζ. Και του φαίνεται…

Ηλίας Φραγκούλης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr