Ο Zorg (Jean-Hugues Anglade ),είναι ένας επίδοξος συγγραφέας, που έχει παρατήσει το έργο του και ζει σαν επιστάτης μιας ντουζίνας μπανγκαλόου σε κάποια παραλιακή περιοχή της Νότιας Γαλλίας. Εντελώς ξαφνικά κι απρόσμενα, εισβάλει στη ζωή του, η προκλητική και σέξι Betty (Béatrice Dalle). Βλέποντας ότι ο Zorg έχει ταλέντο ως συγγραφέας, η Betty τον ενθαρρύνει να ολοκληρώσει το μυθιστόρημα του και να προσπαθήσει να το δημοσιεύσει. Ωστόσο όταν ο ένας εκδότης μετά τον άλλο απορρίπτει το μυθιστόρημα του αγαπημένου της, η Betty αρχίζει να γίνεται όλο και πιο ανεξέλεγκτη…

1239 4

Το ‘’Cinema du look’’ ύπήρξε ένα αισθητικό ρεύμα του γαλλικού σινεμά που γεννήθηκε τη δεκαετία του 1980 και διάρκεσε μέχρι στα μέσα της δεκαετίας του 1990, με κύριους εκφραστές τούς Jean-Jacques Beinnex, Luc Besson και τον Leos Carax. Βασικό χαρακτηριστικό του ήταν η προσήλωση στο αισθητικό αποτέλεσμα ,η έμφαση στο στυλ , στη φωτογενή ομορφιά των αντικειμένων, στις χρωματικές υφές αλλά και τις γωνίες λήψεις με αποτέλεσμα κάθε πλάνο να αποτελεί ένα μικρό έργο τέχνης. Ωστόσο αυτές οι προτεραιότητες λειτουργούν σε βάρος της πλοκής , της ανάλυσης των χαρακτήρων και της ολοκλήρωσης ενός ηθικού μύθου.

Μετά τη παταγώδη αποτυχία της δεύτερης ταινίας του, «Το φεγγάρι στον υπόνομο» (1983), ο Γάλλος σκηνοθέτης Jean-Jacques Beineix προσπάθησε να αποκαταστήσει τη φήμη του στα μάτια τόσο των κριτικών όσο και των θεατών του κινηματογράφου με την τρίτη ταινία του, «Betty Blue ».Ο Beineix προσπαθεί να συνδυάσει τις στιλπνές πολύχρωμες εικόνες της πρώτης –και καλύτερης- ταινίας του , «Diva» (1981), με την αφελή ποίηση που προσπάθησε ανεπιτυχώς να αναδείξει στη δεύτερη.

Ο γαλλικός τίτλος «37°2 le matin» μετονομάστηκε σε «Betty Blue» για την αμερικανική κυκλοφορία του φιλμ , που κατάφερε να γίνει ένα εξαιρετικά δημοφιλές cult movie σε Αμερική και Ευρώπη. Ωστόσο οι κριτικοί ήταν διχασμένοι, κάποιοι την χαρακτήρισαν αριστούργημα, άλλοι ( όπως ο Rogert Ebert) την απέρριψαν ως καλλιτεχνίζον soft πορνό. Υπάρχουν δύο επίσημες εκδόσεις του «Betty Blue»: η συντομότερη έκδοση διαρκεί 116 λεπτά, ενώ το director’s cut διαρκεί 185 λεπτά.

1239 3

Η «Betty » διαθέτει όλα τα οπτικά προτερήματα και τις θεματικές αδυναμίες του ’’Cinema du look’’ . Η ,με αισθητική διαφήμισης, φωτογραφία του Jean-François Robin είναι μαγευτική και το σάουντρακ του Λιβανέζου συνθέτη Gabriel Yared είναι ένα εθιστικό μείγμα από όμορφα σόλο σε σαξόφωνο και πιάνο. Ωστόσο το κυρίαρχο πρόβλημα είναι το απλοϊκό, ρηχό έως και προσχηματικό σενάριο. Το φιλμ αφηγείται την ρομαντική ιστορία ενός άντρα και ενός κοριτσιού που συναντιούνται, έχουν μια ανεξάντλητη ερωτική έλξη αλλά κατακλύζονται από μια υπαρξιστική λαχτάρα για μια ανέφικτη καλύτερη ζωή. Πρόκειται για το θεματικό μοτίβο του ‘’amour fou” δηλαδή μιας ερωτικής ιστορίας επενδυμένης με μια αίσθηση καταστροφής . Δυστυχώς το «Betty Blue» στερείται οποιασδήποτε πρωτοτυπίας και θυμίζει κακέκτυπο του «Pierrot le fou» του Godard , με γερές δόσεις γυμνού. Ο Beineix σίγουρα δεν είναι Godard , γιατί δεν διαθέτει τη πολιτική σκέψη και την ευφυία του Godard και έτσι παραμένει επικεντρωμένος στην σαρκική πτυχή, παρά στην ψυχολογική ανάλυση των χαρακτήρων. Οι ήρωες είναι χάρτινοι ,άψυχοι ,χωρίς κοινωνική υπόσταση ,χωρίς παρελθόν χωρίς συμπεριφορική αιτιολόγηση. Αυτονόητα ο θεατής δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε ταύτιση μαζί τους. Όσο για τη συχνή μετωπική απεικόνιση των γυμνών σωμάτων και τις ρεαλιστικές σεξουαλικές σκηνές δεν υπαγορεύονται δραματουργικά , όπως στην «Αυτοκρατορία των αισθήσεων» του Oshima, αλλά ίσως βοήθησαν τελικά στην εμπορική επιτυχία του φιλμ. Το βέβαιο είναι ότι στη «Betty Blue» η πρόκληση της εικόνας δεν μεταλλάσσεται σε θησαυρό της Τέχνης.

Μάλιστα μετά από το ακραία μελοδραματικό ,σχεδόν γκροτέσκο φινάλε της ταινίας αναρωτιόμαστε :τελικά τι θέλει να πει ο Beinnex; Μήπως ότι ο ρόλος της ‘’Γυναίκας’’ είναι αυτός της μούσας που θυσιαζόμενη θα αναζωογονήσει τον ‘’Άντρα’’ και θα του χαρίσει την έμπνευση για να ολοκληρώσει το «Έργο» του;

Γιώργος Ξανθάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα fermouart.gr