Συμμορία κακοποιών με άντρο της μια ταβέρνα απομονωμένης περιοχής της Κορνουάλης, προξενεί ναυάγια με σκοπό να κλέψει τα πολύτιμα φορτία των πλοίων, δολοφονώντας παράλληλα τους τυχόν επιζώντες ναυτικούς. Αθώα ανιψιά ενός εκ των εγκεφάλων της οργάνωσης, η οποία καταφθάνει για να διαμείνει εκεί, μπλέκει στα δίχτυα τόσο των εγκληματιών, όσο και μυστικού αστυνομικού που απεργάζεται σχέδιο ξεσκεπάσματός των.

Τον καιρό που ο Άλφρεντ Χίτσκοκ ετοίμαζε τις βαλίτσες του για το Χόλιγουντ, όπου με τις ευλογίες του Ντέιβιντ Ο. Σέλζνικ θα γύριζε εν είδει αμερικάνικου ντεμπούτου την αριστουργηματική «Ρεβέκκα» (1940), έριχνε τίτλους τέλους στην βρετανική του περίοδο, διασκευάζοντας το… αμέσως προηγούμενο του προαναφερθέντος βιβλίου της Ντάφνι Ντι Μοριέ. Με την «Ταβέρνα της Τζαμάικα», ο Χίτσκοκ αφενός ξέφευγε από τα θρίλερ κατασκοπείας στα οποία είχε ειδικευτεί εκείνο το διάστημα, παρουσιάζοντας επί της ουσίας ένα (εγκληματικής πλοκής) δράμα κοστουμιών, αφετέρου πραγματοποίησε την επιθυμία του να συνεργαστεί (έστω για μια φορά) με το σπουδαίο παραγωγό των θρυλικών έργων του γερμανικού εξπρεσιονισμού, Έριχ Πόμερ. Ο τελευταίος δεν ανέλαβε εξ ολοκλήρου την παραγωγή του φιλμ, αλλά συνεργάστηκε με τον ήδη star (χάρη κυρίως στην εμφάνισή του ως Κάπτεν Μπλάι στη «Ναυτική Ανταρσία» του 1935) Τσαρλς Λότον, ο οποίος φυσικά κράτησε για τον εαυτό του τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αν, βέβαια, διαβάσουμε πίσω από τις λέξεις των κατά καιρούς συνεντεύξεων του ίδιου του Χίτσκοκ, το γεγονός αυτό αποδείχθηκε η ευχή, μα και… η κατάρα της ταινίας.

1175 1

Το μυθιστόρημα της Ντι Μοριέ ήταν μία ψυχωμένη πειρατική ιστορία η οποία, καθώς διαδραματιζόταν στις ακτές της Κορνουάλης του 19ου αιώνα, έδινε την ευκαιρία στον Χίτσκοκ να γυρίσει από τη μία θεαματικές σεκάνς ναυαγίων και από την άλλη να καταπιαστεί με τους συνήθεις του προβληματισμούς περί σαδισμού, ψεύτικου ενόχου, ακόμη και σεξ. Ατυχώς, ο Χίτσκοκ δεν κατάφερε ν’ αναπτύξει την αγαπημένη του θεματολογία με τον τρόπο που ίσως ήθελε, αφού η συνεργασία του με τον Λότον αποδείχτηκε τραυματική ως εμπειρία. Ο Άγγλος ηθοποιός είχε επιλέξει αρχικά τον ρόλο του θείου Τζος (ιδιοκτήτη του «Jamaica Inn»), στην πορεία όμως άλλαξε γνώμη παίρνοντας τον ρόλο του εκπροσώπου του Νόμου, Σερ Χάμφρεϊ Πένγκαλαν. Το γεγονός αυτό ανάγκασε τον Χίτσκοκ ν’ αποκαλύψει την ταυτότητά του στην πλοκή, ως του εκκεντρικού ιθύνοντα νου της εγκληματικής πειρατικής συμμορίας, πολύ νωρίτερα απ’ όσο (θα) επιθυμούσε, «καίγοντας» κατ’ αυτόν τον τρόπο ένα ισχυρότατο χαρτί σεναριακού σασπένς. Το χειρότερο, όμως, ήταν η συνύπαρξη των δυο τους στο set της ταινίας, αφού το υπέρμετρο εγώ του Λότον αρνούνταν να μπει σε σκηνοθετικά καλούπια καθοδήγησης. Στις περίφημες συνομιλίες – συνεντεύξεις με τον Φρανσουά Τριφό, ο Χίτσκοκ έχει περιγράψει με γλαφυρότητα τον τρόπο με τον οποίο ο πρωταγωνιστής του προσέγγισε τον ρόλο, με έμφαση στην δεκαήμερη αναμονή του ώστε να βρει επιτέλους την κατάλληλη τεχνική… βαδίσματος (καταφεύγοντας, εν τέλει, σε κάτι που παρέπεμπε σε ρυθμό βαλς)!

1175 3

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, είναι μάλλον αξιοσημείωτο το γεγονός πως το φιλμ, αν και επ’ ουδενί δύναται να συμπεριληφθεί στα αληθινά σπουδαία της μεγάλης καριέρας του Χίτσκοκ, προσφέρει το minimum (έστω) της κινηματογραφικής χιτσκοκικής απόλαυσης. Παραδόξως, δε, το μεγαλύτερο ατού της «Ταβέρνας της Τζαμάικα» είναι η πρωταγωνιστική παρουσία του Λότον, αφού η over the top ερμηνεία που παραδίδει είναι από εκείνες που μένουν στη μνήμη. Η επιβλητική φιγούρα του δένει ασορτί με την ακραία ιδιοτροπία του χαρακτήρα του, παρουσιάζοντας έναν «ευγενή» κακό σχεδόν στα πρότυπα του Κλοντ Ρέινς της «Υπόθεσης Νοτόριους» (1946), με τη σεναριακή παράνοια (#diplhs) να τον θέλει να ασκεί εγκληματική δράση, αν και κατέχει τον τίτλο του ειρηνοδίκη της περιοχής. Κατά την ίδια χιτσκοκική λογική του φαίνεσθαι και του είναι, ο αδίστακτος ληστής Τζέιμς Τρέχερν, αποδεικνύεται πως δεν είναι παρά ένας μυστικός ντετέκτιβ, ο οποίος σώζεται από του χάρου τα δόντια χάρη στη νεαρή Μαίρη, η άφιξη της οποίας δίνει το έναυσμα στο να πέσουν οι μάσκες των ηρώων του δράματος. Στο κατ’ ουσίαν ντεμπούτο της, η Μορίν Ο’Χάρα θα γίνει το κρυφό (όσον αφορά τον Σερ Χάμφρεϊ), αλλά και το φανερό (όσον αφορά τον Τρέχερν) αντικείμενο του πόθου, σ’ ένα σαδιστικού τύπου αισθηματικό υπόβαθρο, που η αλήθεια είναι πως σε άλλες του ταινίες ο Χίτσκοκ έχει παρουσιάσει με απαράμιλλα ηδονοβλεπτικό τρόπο. Η σκηνή, πάντως, όπου ο Σερ Πένγκαλαν αφαιρεί με ηδυπάθεια το παλτό της εμβρόντητης Μαίρη ώστε να κρίνει τη σιλουέτα της, είναι χιτσκοκική όσο λίγες, ο δε τρόπος κινηματογράφησης του «Jamaica Inn» φέρνει σε κάτι από Μουρνάου. Το αρκετά περιγραμματικό σενάριο, που μοιάζει να αρκείται στα βασικά προαπαιτούμενα, αρνούμενο να προσφέρει κάποιο σπουδαίο twist, αλλά και ο χρόνος που δεν έχει σταθεί σύμμαχος του φιλμ, όμως, είναι οι βασικές αιτίες που κατατάσσουν την «Ταβέρνα της Τζαμάικα» στα λιγότερο σπουδαία φιλμ του Χίτσκοκ.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Μεγάλη εμπορική επιτυχία στην εποχή της, που εδραίωσε τη φήμη του σκηνοθέτη της (καθώς αυτός ξεκινούσε να κατακτήσει την Αμερική), «Η Ταβέρνα της Τζαμάικα» συστήνεται σε όσους επιθυμούν να γνωρίσουν ένα κάπως διαφορετικό πρόσωπο του Άλφρεντ Χίτσκοκ. Το γεγονός πως, όπως κι ο ίδιος είχε παραδεχτεί, δεν έβρισκε το συγκεκριμένο βιβλίο της Ντι Μοριέ σύμφωνο με το γούστο του, αλλά και το ότι είχε το μυαλό του περισσότερο στο Χόλιγουντ, μάλλον έπαιξαν τον ρόλο τους στο τελικό αποτέλεσμα. Ίσως όχι η πλέον ενδεδειγμένη πρώτη γνωριμία με το έργο του Χιτς, ως γνωστόν, όμως, αληθινά κακός Χίτσκοκ δεν υπάρχει.

Νίκος Παλάτος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr