Με την τράπεζα να διεκδικεί το παραδοσιακό ραφτάδικο του πατέρα του, ο οποίος αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και βρίσκεται στο νοσοκομείο, ο ακοινώνητος και απόλυτα αφοσιωμένος στο ίδιο επάγγελμα πενηντάρης υιός του πρέπει, πλέον, να βρει μόνος τον τρόπο διάσωσης του μαγαζιού τους, όσο και του μια ζωή απαράλαχτου μοτίβου της καθημερινότητάς του.

Υπάρχουν οι ταινίες της κριτικής, υπάρχουν και οι ταινίες του κοινού. Και στο ελληνικό σινεμά, εννοείται. Προσωπικά, στη δουλειά μου, σπάνια ταυτίζομαι με το πρώτο «μέτωπο», αλλά σπάνια βρίσκω και έδαφος για να ενθουσιαστώ (ή, έστω, να χαρώ) με το δεύτερο. Κάπου στο ενδιάμεσο, ο θεατής… μέσα μου αναζητά (απεγνωσμένα) εκείνο το έργο που δεν θ’ αποτελέσει (φευ!) σπατάλη χρόνου, μα θα διαθέτει αρετές και καλό γούστο, που σε συνδυασμό με δόσεις συναισθήματος, θα κάνει μια ντόπια παραγωγή να ξεχωρίζει.

1116 1

Την τελευταία μέρα του περσινού Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, έκατσα να δω μια ταινία ονόματι «Ράφτης». Δεν γνώριζα τίποτα γι’ αυτήν. Ούτε και το όνομα της Σόνια Λίζα Κέντερμαν, καθώς το φιλμ αποτελούσε το σκηνοθετικό της ντεμπούτο μεγάλου μήκους. Ανακούφιση από τα πρώτα λεπτά! Και χαμόγελο κολλημένο στο πρόσωπο για σχεδόν ολόκληρη τη διάρκεια του φιλμ! Όταν δεν το περιμένεις, κιόλας, τέτοιες εντυπώσεις σχεδόν «διογκώνονται».

Χώρος δράσης, ένα παλιό ραφτάδικο στην αγορά του κέντρου της Αθήνας, από εκείνα τα μαγαζιά με φινέτσα άλλων εποχών, που σχεδόν παραπαίουν από την εγκατάλειψη των πελατών οι οποίοι «εκμοντερνίστηκαν» στην πορεία. Ο κύριος Θανάσης, ο ιδιοκτήτης του, μπαίνει εκτάκτως σε κλινική, με βεβαρημένη υγεία και ακόμη χειρότερη ψυχολογική κατάσταση, καθώς μια τράπεζα καιροφυλακτεί να του κατασχέσει ότι έχει και δεν έχει λόγω χρεών. Πίσω από τη βιτρίνα του ραφτάδικου και τον πατέρα αφέντη, σχεδόν εκεί μέσα πάντοτε, έχει μεγαλώσει και (παρα)ωριμάσει ο Νίκος, ο πενηντάρης γιος του, που ακολούθησε με υπερηφάνεια του επάγγελμα του κυρίου Θανάση. Φοβισμένος με την ιδέα ότι θα μείνει δίχως στέγη (καθώς το πίσω μέρος του μαγαζιού έχει μετατραπεί σε μόνιμη κατοικία του) και χωρίς πατέρα, ο Νίκος θα σκαρφιστεί να γίνει… πλανόδιος ράφτης! Θα κατασκευάσει μια μικρογραφία του ραφτάδικου πάνω σε ρόδες (με άκρως ευφάνταστο τρόπο), θα βγει στους δρόμους και θα παλέψει για την επιβίωσή του, πάντα ευγενικότατος (σε συνδυασμό με ολίγη ντροπαλότητα) και κουστουμαρισμένος στην τρίχα. Αλλά το προϊόν του είναι ακριβό, ειδικά σε σύγκριση με τα «ετοιματζίδικα», και το κέντρο δεν στηρίζει ούτε αυτό του το εγχείρημα. Αλλαγή «πλεύσης» προς πιο λαϊκές γειτονιές, λοιπόν…

1116 4

 

«Τι ωραίο και πρωτότυπο σενάριο», αναφωνείς με ικανοποίηση! Τι χαρά, να βλέπεις μια κανονική ταινία, στην οποία φαίνεται η φροντίδα και μια διάθεση που (προφανώς) συνεπήρε τους συντελεστές της εξαιτίας της καλής βάσης του έργου. Δεν πρόκειται περί της απίστευτης και μοναδικής «αποκάλυψης» κινηματογραφικά και δεν θέλω να φαντάζουν τόσο υπερβολικά τα σχόλιά μου, ώστε να δημιουργήσουν εξωφρενικές προσδοκίες στο κοινό, όμως η Κέντερμαν έχει καταφέρει να φτιάξει κάτι που ξεφεύγει του στενού πλαισίου της ελληνικής παραγωγής, ένα φιλμ ικανό να καταναλωθεί ευχάριστα ακόμη και από το σύνολο της ευρωπαϊκής αγοράς. Σοβαρά υπολογίσιμο κομμάτι της όλης επιτυχίας, ο Δημήτρης Ήμελλος πλάθει εξαιρετικά τη φιγούρα του κεντρικού ήρωα, στην πιο λαμπερή στιγμή της φιλμογραφίας του.

Μου έλειψε ένας κάποιος τόνος υπερβολής και μεγαλύτερης φαντασίας οπτικά (στο στυλ του Ζαν-Πιερ Ζενέ, θα έλεγα, καθώς σκέφτομαι τις σκηνές των «παρασκηνίων» της ζωής του Νίκου, στο ολόδικό του κρησφύγετο που έχει στήσει στο μαγαζί, αλλά αυτό είναι και υπόθεση budget, υποθέτω…), η ρομαντική ιστορία με την παντρεμένη γειτόνισσα είναι αρκετά στερεότυπη και το χαριτωμένο εύρημα με το ράψιμο των νυφικών δεν επιτρέπει άλλες ανατροπές από ένα σημείο κι έπειτα, όμως το feelgood στοιχείο είναι πάντοτε εκεί και συμπορεύεται με τον βασικό χαρακτήρα της ταινίας ώσπου να βρει το δρόμο της ουσιαστικής απελευθέρωσής του.

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Όπως έπραξε και ο πρόσφατος «Απόστρατος» του Ζαχαρία Μαυροειδή, έτσι κι εδώ ξαφνιάζει θετικά η Σόνια Λίζα Κέντερμαν, παρουσιάζοντας μια δημιουργική έκπληξη καλοσυνάτων συναισθημάτων που είναι δύσκολο να μην αγγίξει τον θεατή. Ξέρετε, δεν είναι «ρετσινιά» το λαϊκό σινεμά, ειδικά όταν μπορεί να διαθέτει και φινέτσα. Και ειλικρινά το προτιμώ από τις «φεστιβαλικές» δηθενιές. Αλλά για να συνεχίσει να πορεύεται η ελληνική παραγωγή προς μια τέτοια κατεύθυνση, χρειάζεται και η σημαντική στήριξη της προσέλευσης του κόσμου. Χωρίς αυτήν, θα… μείνει από λάστιχο. Κι ύστερα, μονάχα θα ωρύεστε για τα άλλα, «παράξενα»… φρούτα που σας σερβίρει με το ζόρι η κριτική!

Ηλίας Φραγκούλης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr