Κάπου στην έρημο Καλαχάρι, ένας Βουσμάνος βρίσκει ένα μπουκάλι Coca-Cola και το θεωρεί θείο δώρο, αλλά τα πιο συνετά μέλη της φυλής του αποφασίζουν ότι πρέπει να ξεφορτωθούν αυτό το «διαβολικό» αντικείμενο.

Σκηνοθέτες που ψάχνουν τον κατάλληλο ηθοποιό για να πρωταγωνιστήσει στην ταινία τους υπάρχουν πολλοί. Η αναζήτησή τους αυτή συχνά τους παίρνει αρκετό χρόνο και πολλές φορές τους οδηγεί σε ακραίες ενέργειες. Δηλαδή, όταν δεν καταφεύγουν στην εύκολη λύση της αγγελίας σε εφημερίδα και της μετέπειτα επιλογής μέσα από πρόβες και δοκιμαστικές λήψεις, αρχίζουν την «επιτόπια» έρευνα. Ό,τι ακριβώς έκανε ο Τζαμί Ις – από τις σπάνιες, ομολογουμένως, περιπτώσεις.

Ο Νοτιοαφρικάνος σκηνοθέτης, πρώην καθηγητής των μαθηματικών, που μας άφησε χρόνους δύο οκταετίες μετά την ολοκλήρωση αυτής της ταινίας, σε ηλικία 74ων ετών, περιφερόταν επί τρεις και πλέον μήνες στην έρημο Καλαχάρι της Αφρικής, γυρεύοντας τον ιδανικό Βουσμάνο. Και τον βρήκε στο πρόσωπο ενός μικροκαμωμένου ανθρώπου που άκουγε στο ασυνήθιστο (ειδικά για εμάς, τους Ευρωπαίους) όνομα Νιξάου. Ενός Βουσμάνου από την Μποτσουάνα, που ο μοναδικός λευκός που είχε δει στη ζωή του ήταν ένας ιεραπόστολος! Καθώς οι Βουσμάνοι είναι πολύ καλοί άνθρωποι, είπε αμέσως το «ναι» και, δύο χρόνια αργότερα, όσο δηλαδή έκανε να τελειώσει η ταινία, μαζί με τους θεούς «τρελάθηκαν» και οι θεατές!

1123 1

Σε ολόκληρο τον κόσμο, το φιλμ γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία και ο σκηνοθέτης του, από τη μια στιγμή στην άλλη, έγινε διάσημος. Στην Ιαπωνία, ο Βουσμάνος μετατράπηκε σε κάτι σαν εθνικός ήρωας, στη Γαλλία κατέπληξε το κοινό ο μικροβιολόγος συμπρωταγωνιστής του, ενώ στις ΗΠΑ έγινε cult και προβαλλόταν ανελλιπώς επί τρία συνεχή χρόνια. Πολύ γρήγορα, η ταινία κόστους μόλις 5.00.000 δολαρίων, απέφερε στους παραγωγούς και διανομείς της ένα εικοσαπλάσιο ποσό (!) και πριν εκπνεύσει η δεκαετία του ’80 απέκτησε μία (από κάθε άποψη λιγότερο επιτυχημένη) συνέχεια. Το γιατί δεν είναι δύσκολο ν’ απαντηθεί: Πρόκειται για μία πραγματικά τρελή κωμωδία, στην παράδοση του slapstick.

Στην έρημο Καλαχάρι, μία φυλή Βουσμάνων ζει ειρηνικά μέσα στο αφιλόξενο περιβάλλον. Αυτή τη γαλήνια «αρμονία» της θα διαταράξει ένας Αμερικανός πιλότος, όταν θα πετάξει ένα άδειο μπουκάλι Coca-Cola. Όταν αυτό το μικρό γυάλινο αντικείμενο, σύμβολο της καταναλωτικής κοινωνίας και του δυτικού τρόπου ζωής, φτάσει στα χέρια των άβγαλτων ιθαγενών, θα προκαλέσει μια σειρά από διαμάχες. Θα θεωρηθεί θεϊκό δώρο, αλλά οι θεοί θα κατηγορηθούν ως ανεύθυνοι επειδή έστειλαν μόνο ένα μπουκάλι. Κι ένα από τα μέλη της φυλής θα επιφορτιστεί με το διόλου ευχάριστο καθήκον να το «πετάξει στην άκρη του κόσμου».

1123 2

Σε μία μακρινή πόλη, η Κέιτ Τόμσον (Σάντρα Πρίνσλου) εγκαταλείπει τη δουλειά της δημοσιογράφου και αποφασίζει να διδάξει στο σχολείο μιας ιεραποστολής, ενώ κάπου αλλού ομάδα μαύρων τρομοκρατών τρέπεται σε φυγή, μετά από ένα αποτυχημένο της χτύπημα. Μέσα στη ζούγκλα, ο μικροβιολόγος Άντριου Στάιν (Μάριους Γουέγερς) συναντά την Κέιτ και την παίρνει στο σαραβαλιασμένο Land Rover του για να την οδηγήσει στην ιεραποστολή. Από το σημείο αυτό κι έπειτα, οι δρόμοι όλων αυτών θα συναντηθούν και οι αντιδράσεις τους θα «ισοπεδώσουν» την οποιαδήποτε ορθολογική οργάνωση του «αντικειμενικού» κόσμου.

Ο Ις ήθελε να γυρίσει μια εμπορική ταινία, μια θεότρελη κωμωδία χωρίς μήνυμα, στην οποία να εκτίθετο η αστεία όψη των ανθρώπινων συνθηκών ζωής. Ωστόσο, η ταινία του περιέχει ένα «μήνυμα». Με τον τρόπο που παρουσιάζει τις συμπεριφορές των Βουσμάνων, των μαύρων και των λευκών, αγνοώντας ταυτόχρονα τις υπάρχουσες φυλετικές διακρίσεις στη Νότιο Αφρική, εξέφρασε (και η ταινία του εξακολουθεί να το κάνει έως και σήμερα) την πεμπτουσία της πολιτικής του Apartheid. Το «Και οι Θεοί Τρελάθηκαν» είναι ένα φιλμ που με την εικονογραφία του και τα σεναριακά του ευρήματα υποστηρίζει ότι το κωμικό μπορεί να προκληθεί από τα «παράδοξα» καμώματα των μαύρων μιας ορισμένης φυλής. Ακόμη περισσότερο, επικαλείται και εξυμνεί τη (νοσταλγική;) άποψη της παλιάς, καλής και «αμόλυντης» Αφρικής. Εκθειάζει, δηλαδή, την αθωότητα των μαύρων και μας καλεί να γελάσουμε με την αμηχανία τους μπροστά σ’ ένα ουρανοκατέβατο αντικείμενο του «πολιτισμού» των λευκών. Ακόμη κι όταν ο λευκός μικροβιολόγος ζητά τη βοήθεια του Βουσμάνου για να ματαιώσει τα σχέδια των τρομοκρατών, οι οποίοι έχουν συλλάβει ντόπιους ως ομήρους, οι καταστάσεις που παρουσιάζει, στο έπακρο κωμικές φυσικά, στηρίζονται στα φυλετικά στερεότυπα. Επιπλέον, όταν οι «επαναστατικές» πρακτικές των άξεστων τρομοκρατών και οι πρωτόγονες πεποιθήσεις του Βουσμάνου οδηγούνται στην αποτυχία, επικροτούνται και ανταμείβονται οι εξίσου αδέξιες και αφελείς προσπάθειες του λευκού.

1123 4

Χωρίς καμία αμφιβολία, για τον γράφοντα τουλάχιστον, η ποιότητα της «κριτικής» που ασκεί ο Ις μέσα από τα δεινά του δυναστευόμενου, απλού και υπερήφανου Βουσμάνου, περικλείει αρκετές δόσεις ανωτερότητας του λευκού. Παρ’ όλα αυτά, για εκείνους που θεωρούν πως η ουσία της κωμωδίας είναι να μας κάνει να γελάμε (και) μόνο, η παραπάνω «αστοχία» του σκηνοθέτη ξεπερνιέται. Η ταινία του είναι μία πρώτης τάξεως ψυχαγωγία: καθαρή, δυναμική, με τα δραματικά της στοιχεία, που εξακολουθεί να βλέπεται ευχάριστα. Ιδίως το καλοκαίρι…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Αν καταναλώνετε ένα μεγάλο ποτήρι Coca-Cola μαζί με την large σακούλα του popcorn, μάλλον θα περάσετε καλά βλέποντας τους αφελείς μαύρους να θεωρούν μία άδεια γυάλινη φιάλη του αγαπημένου σας αναψυκτικού ως θεϊκό δώρο. Αν απεχθάνεστε το συγκεκριμένο ανθρακούχο ή είστε (και) «πολιτικοποιημένοι», τότε είναι βέβαιο ότι θα θεωρήσετε την εν λόγω κωμωδία βάναυσα διαφημιστική και κραυγαλέα. Αν έχετε καλή διάθεση, θ’ απολαύσετε τα όσα εξωφρενικά λαμβάνουν χώρα επί της οθόνης.

Δημήτρης Κολιοδήμος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr