Μια ωραία, ευπρόσδεκτη έκπληξη είναι η δοσμένη με φαντασία αυτή ταινία, πρώτη σκηνοθεσία του Αλάα Εντίν Αλιέμ, που με το ιδιόμορφο χιούμορ του μου θύμισε τόσο τις κωμωδίες του Γούντι Άλεν όσο και το χιούμορ του Μπάστερ Κίτον. Κυνηγημένος από την αστυνομία κάπου στην έρημο του Μαρόκου, ο Αμίν ή Κλέφτης (όπως αποκαλείται στους τίτλους) σταματά το αυτοκίνητο του και τρέχει σ’ ένα ύψωμα και σκάβει, κοντά στο μοναδικό δέντρο, ένα μικρό λάκκο για να κρύψει τη τσάντα με τα λεφτά της ληστείας του, φτιάχνοντας το χώρο έτσι που να μοιάζει με τάφο.

Μερικά χρόνια αργότερα, με την αποφυλάκιση του, ο Κλέφτης όταν επιστρέφει, για να ξεθάψει τη τσάντα με τα λεφτά, ανακαλύπτει έκπληκτος πως στην κορφή του υψώματος, ακριβώς πάνω από τον «τάφο» του έχει αναγερθεί ένα μαυσωλείο αφιερωμένο στον Άγνωστο Άγιο, ενώ κοντά έχει κτιστεί ένα ολόκληρο χωριό από πιστούς που υποδέχονται και εξυπηρετούν τους προσκυνητές που καταφθάνουν καθημερινά για να ζητήσουν την ευλογία του Αγίου.

1103 2

φρουρό και τον σκύλο του κι ο Αμίν, που στο μεταξύ έχει αναζητήσει και τη βοήθεια ενός άλλου κλέφτη, του «Μυαλού», αναγκάζεται να ζήσει για μερικές μέρες στο χωριό ώσπου να βρει τρόπο για να μπει στο μαυσωλείο και να ανακτήσει τον θαμμένο θησαυρό του.

Στο έρημο αυτό, άγονο τοπίο, όπου κυριαρχεί η ξηρασία, ο Αλιέμ σκιαγραφεί με λεπτή ειρωνεία και χιούμορ (που σε κάποιες στιγμές αγγίζει το σλάπστικ) την ομάδα των παράξενων χαρακτήρων που ζουν στο χωριό: τον φρουρό με το σκυλί του, ένα κουρέα που έχει δυο ειδών κρέμες για τους πελάτες του σύμφωνα με την κοινωνική τους αξία, ένα βαριεστημένο νεαρό που προσπαθεί να πείσει τον γέρο πατέρα του να εγκαταλείψει το μέρος, ενώ ο πατέρας πιστεύει πως η εμφάνιση του Άγνωστου Αγίου έχει καταστρέψει την περιοχή, ένα νεοαφιχθέντα γιατρό που ανακαλύπτει πως οι μόνοι «ασθενείς» του είναι γυναίκες (οι άντρες προτιμούν να θεραπεύονται από τον Άγνωστο Άγιο) που έρχονται εκεί για να περάσουν την ώρα τους και να κουτσομπολέψουν, και στις οποίες δίνει πάντα το ίδιο παρόμοιο κουτί με χάπια, ενώ ο ίδιος, κάποια στιγμή αναγκάζεται να μεταφυτέψει χρυσά δόντια στον πληγωμένο σκύλο του φρουρού, και ο νοσοκόμος βοηθός του γιατρού που ξέρει και άλλους τρόπους «ανάρρωσης» (αλκοοόλ και χόρτο) από τον βουτηγμένο στην ανία αυτόν τόπο.

Πίσω από το χιούμορ και την ειρωνεία, με βάση ένα με ωραίους χαρακτήρες και έξυπνα ευρήματα σενάριο (που ο Αλιέμ ανέπτυξε στο φεστιβάλ του Σάντανς, βοηθούμενος, απ’ ότι διαβάζω, και από ένα συνεργάτη του Γούντι Άλεν, τον Ντάγκλας ΜακΓκραθ), και με ένα πετυχημένο συνδυασμό επαγγελματιών και ερασιτεχνών ηθοποιών, ο σκηνοθέτης κατάφερε να φτιάξει την απολαυστική αυτή κωμωδία του, όπου τελικός στόχος αποδεικνύεται πως είναι τόσο το θέμα της πίστης (και της δημιουργίας θαυμάτων) και της εκμετάλλευσής της καθώς και των παραδόσεων και ξεπερασμένων ηθών.

Νίνος Φενέκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr