...κι ο ουρανός θα γίνει πιο γαλανός!

Σαν βροχή που πέφτει στα φύλλα/ στα μαλλιά, στο πρόσωπο κύλα...

Αυτή είναι η δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας που σκηνοθετεί ο γεννημένος στις 18 Απριλίου του 1984 στη Σιγκαπούρη, Anthony Chen. Η πρώτη του ήταν η ταινία «Ilo Ilo» (2013), φιλμ που είχε κάνει παγκόσμια πρεμιέρα στο φεστιβάλ των Καννών, στο τμήμα «Εβδομάδα της Κριτικής», κερδίζοντας την Χρυσή Κάμερα καλύτερης πρώτης ταινίας από όλα τα επίσημα τμήματα του φεστιβάλ. Και στις δύο ταινίες του πρωταγωνίστρια είναι η Yann Yann Yeo.

Το Wet Season έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του στο φεστιβάλ του Τορόντο του 2019, συμμετέχοντας στο διαγωνιστικό τμήμα «Platform». Στη συνέχεια κέρδισε το Βραβείο Σεναρίου στο φεστιβάλ του Τορίνο, έκανε την πανελλήνια πρεμιέρα του στο Διεθνές Διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και προβλήθηκε επίσης σε αρκετά ακόμα κινηματογραφικά φεστιβάλ, όπως εκείνα του Λονδίνου, του Βανκούβερ, του Γκέτεμποργκ, του Μακάο, ενώ η πρωταγωνίστρια Yann Yann Yeo κέρδισε το βραβείο Γυναικείας Ερμηνείας στα πολύ σημαντικά βραβεία για ταινίες από όλη την Ασία, Golden Horse Awards.

Η υπόθεση: Η Λινγκ είναι μια σαραντάρα καθηγήτρια από τη Μαλαισία, η οποία διδάσκει την κινεζική γλώσσα σε ένα κολέγιο εφήβων στη Σιγκαπούρη. Είναι παντρεμένη αλλά παρά τις, για χρόνια, προσπάθειές της να αποκτήσει παιδί, δεν τα καταφέρνει, κάτι που επηρεάζει τον σύζυγό της, που πλέον είναι απόμακρος και συνεχώς επικαλείται επαγγελματικά ραντεβού για να αποφύγει την ουσιαστική επαφή μαζί της. Η Λινγκ φροντίζει με μεγάλη τρυφερότητα και προσήλωση τον κατάκοιτο πεθερό της. Και είναι καλή καθηγήτρια. 

Βλέποντας πως κάποιοι από τους μαθητές της έχουν αδυναμίες στα κινέζικα, τους επιλέγει για να κάνουν ενισχυτική διδασκαλία κάθε Τετάρτη μετά το πέρας των μαθημάτων. Ο μόνος που ανταποκρίνεται είναι ο Γουέι Λουν. Ένας έφηβος με πάθος για τον Τζάκι Τσαν, με καλογυμνασμένο κορμί και με γονείς οι οποίοι είναι ουσιαστικά απόντες από τη ζωή του. Η δασκάλα και ο μαθητής θα έρθουν πολύ κοντά μεταξύ τους. Και η σχέση τους αυτή θα τους οδηγήσει σε πρωτόγνωρα μονοπάτια. 

Η άποψή μας: Νομίζω πως στη συγκεκριμένη ταινία έχει ιδιαίτερη σημασία το πλαίσιο αναφοράς. Ας μιλήσουμε λοιπόν για τη Σιγκαπούρη. Η Σιγκαπούρη είναι μια σύγχρονη Πόλη – Κράτος! Βρίσκεται στην νοτιοανατολική Ασία και δομείται από ένα κυρίως νησί και 63 επιμέρους νησίδια. Η συνολική έκτασή της φτάνει τα 725 τετραγωνικά χιλιόμετρα (είναι δηλαδή λίγο μικρότερη από την Κεφαλλονιά) και ο πληθυσμός της ξεπερνάει τα 5,7 εκατομμύρια κατοίκους (στην Κεφαλλονιά οι μόνιμοι κάτοικοι δεν φτάνουν καν τις σαράντα χιλιάδες!!!)! Με οχτώ χιλιάδες κατοίκους ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο είναι η δεύτερη πιο πυκνοκατοικημένη χώρα στον κόσμο, μετά το Μονακό (που έχει σχεδόν 19 χιλιάδες κατοίκους ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο – βέβαια, όλα κι όλα δύο είναι τα τετραγωνικά χιλιόμετρα του πριγκιπάτου, αλλά τεςπα). Η Σιγκαπούρη έχει τέσσερις επίσημες γλώσσες: αγγλικά, μανδαρίνικα (κινέζικα), ταμίλ και μαλάι. 

1069

Και τώρα μπαίνουμε και λίγο στα... θαλάσσια ύδατα της ταινίας. Χαρακτηριστικό το απόσπασμα από το Σημείωμα του Σκηνοθέτη (από το δελτίο τύπου της εγχώριας εταιρίας διανομής της ταινίας): «Όσο κι αν προσπαθούμε να προοδεύσουμε προς μία ισότιμη κοινωνία, φαίνεται ότι παντού στον κόσμο, όπως και στη Σιγκαπούρη, υπάρχουν αόρατες γραμμές που διαχωρίζουν τους ανθρώπους, βασισμένες στα χρήματα, την καταγωγή και την τάξη. Υπήρχε πάντα ένας ελιτισμός από όσους έχουν εκπαιδευτεί με το αγγλικό σύστημα και μιλούν σχεδόν αποκλειστικά αγγλικά. Στη σημερινή Σιγκαπούρη το κύμα νέων μεταναστών από την Κίνα, έχει οδηγήσει πολλούς ντόπιους να διαχωρίζουν τον εαυτό τους μέσω της ικανότητάς τους να μιλούν αγγλικά. Ήμουν πάντα πολύ ευαίσθητος όσον αφορά στην ιδέα της τάξης και της καταγωγής στην αληθινή ζωή αλλά και στη δουλειά μου. Η απεικόνιση των λεπτομερειών αποτελεί πολύ σημαντικό κομμάτι της σκηνοθεσίας μου, ο τρόπος με τον οποίο μιλούν οι χαρακτήρες, κοιτάζουν γύρω τους, κινούνται στον χώρο, όλα αυτά αποκαλύπτουν πάρα πολλά για το από πού έρχονται και τις αξίες τις οποίες πρεσβεύουν». 

Κι αυτές οι κουβέντες βοηθούν τον θεατή να ξεκαθαρίσει κάποια πράγματα, που έτσι κι αλλιώς τα νιώθει παρακολουθώντας την ταινία – don't get me wrong – αλλά σαφώς και δεν είναι σπόιλερ και εντέλει, θεωρήστε τα ως μια παραπάνω εγκυκλοπαιδική γνώση. Δεν είναι κακή η γνώση, έτσι; Αν ήθελα να κάνω χύδην χαβαλέ, θα μπορούσαμε να πούμε πως εδώ έχουμε να κάνουμε με μια παραλλαγή του – κλασικού πλέον – «Η σαραντάρα και ο πρωτάρης» (by the way, μια χαρά ταινία ήταν το «Class» - πρωτότυπος τίτλος εκείνου του φιλμ). Κι εμείς ήμασταν έφηβοι και γουστάραμε κάποιες καθηγήτριές μας και το μέινστριμ σινεμά αρκετά συχνά (όχι πολύ) ασχολείται με την αποτύπωση αυτής της τρόπων τινά δημοφιλούς φαντασίωσης. Άλλοτε μένοντας στην επιφάνεια (και δεν το χοντραίνω παραπάνω) κι άλλοτε εμβαθύνοντας, χωρίς στόχο την εύκολη εκμετάλλευση ενός πιασάρικου θέματος. 

Ο Anthony Chen επιλέγει να μεταφέρει το σενάριό του με τέτοιον τρόπο, τρυφερό, γλυκόπικρο, ρομαντικό και ουσιαστικό, αποφεύγοντας την παγίδα του exploitation. Εξάλλου, το «ρομάντζο» είναι μονόπλευρο εντέλει αν το καλοσκεφτεί κανείς. Απλά, δύο άνθρωποι βρίσκονται την... κατάλληλη στιγμή στο (α)κατάλληλο περιβάλλον και με τις (α)κατάλληλες συνθήκες ανακαλύπτουν ο ένας στον άλλο αυτό που τους λείπει. Χαμηλότονος, διακριτικός, ο δημιουργός μας παρουσιάζει δύο ανθρώπινους χαρακτήρες, τρισδιάστατους, με σάρκα και οστά, με αδυναμίες και πάθη και μας κάνει να ενδιαφερόμαστε για αυτούς και για το τι θα γίνει παρακάτω. Βέβαια, το «τι θα γίνει παρακάτω» είναι λίγο προβλέψιμο: δεν έχουμε εδώ καμιά φοβερή ανατροπή, σαν άσσος τραβηγμένος από το μανίκι, που θα εντυπωσίαζε ενδεχομένως το φιλοθεάμον κοινό. Όχι. Αλλά εδώ δεν έχει σημασία η ανατροπή. Εδώ σημασία έχει η ίδια η ιστορία. Και η ικανότητα του Chen να αφηγηθεί την ιστορία. 

 Εντέλει και σεναριακά και σκηνοθετικά πιάνει υψηλές επιδόσεις. Ναι, όσα λέει στο σκηνοθετικό σημείωμα που παρέθεσα παραπάνω, τα βλέπει κανείς στην ταινία. Η καθηγήτρια είναι από ταπεινή οικογένεια, από τη Μαλαισία, κατά κάποιον τρόπο μετανάστρια στη Σιγκαπούρη. Ο γάμος της μπορεί και να ήταν ένας τρόπος να ξεφύγει. Στο κολέγιο τα κακομαθημένα σχολιαρόπαιδα δεν ενδιαφέρονται να μάθουν σωστά κινέζικα. Ξέρουν αγγλικά κι αυτό αρκεί για να τους διαχωρίζει από την πλέμπα. Ο διευθυντής του κολεγίου σκέφτεται να κόψει τα κινέζικα, μιας που δεν ενδιαφέρουν τους «πελάτες» του. Ο πιτσιρικάς που κολλάει με την καθηγήτρια, διαφέρει. Δεν είναι ξιπασμένος – δεν μπορεί να είναι. Στο ψυγείο του μια μπανάνα. Όχι μαγειρεμένο φαγητό, κάτι που να υποδεικνύει γονεϊκή φροντίδα. Φιξάρει πάνω στην καθηγήτρια, πριν καν εκείνη του δείξει ενδιαφέρον – ναι, για να βελτιώσει τα κινέζικά του. Φροντίδα όσο να 'ναι. Και τον πηγαίνει και στο σπίτι του με το αυτοκίνητό του. Σε τεντωμένο σχοινί η σχέση τους. Καταλαβαίνει η Λινγκ ότι ο Γουέι Λουν την ποθεί; Κι αν καταλαβαίνει, πώς το επιτρέπει να συνεχίζεται; Νιώθει κολακευμένη; Νιώθει πως δεν απειλείται; Μήπως νιώθει κι αυτή κάτι γι' αυτόν τον ντροπαλό έφηβο; 

 Όπως και να έχει το θέμα, ο Chen καταφέρνει και... getting away with murder στη μία και μοναδική σκηνή που είναι πραγματικά «επικίνδυνη» καθώς τα όρια ανάμεσα στη συναίνεση και την άρνηση εδώ είναι λίγο θολά. Το σίγουρα είναι πως, ναι, η καρδιά πονάει όταν ραγίζει από έναν ατελέσφορο έρωτα, ναι, μια αγκαλιά μέσα στη βροχή είναι υπέροχη – κάθε αγκαλιά είναι υπέροχη – ναι, μπορείς να είσαι μόνος ακόμα κι αν ζεις κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλο, και ναι, παντού θα βιώνεις κάθε είδους απαξιωτικά σχόλια μέχρι η κοινωνία να αποφασίσει να πάει ένα βήμα μπροστά. Η γυναίκα οδηγός φταίει για το ατύχημα ακόμα και στη μακρινή Σιγκαπούρη λοιπόν. Επειδή είναι γυναίκα... 

 Ο Chen αντλεί στοιχεία και από την προσωπική του ζωή στο χτίσιμο του σεναρίου: η βασικότατη υποπλοκή με την προσπάθειά της Λινγκ να αποκτήσει παιδί με εξωσωματική, ορμόνες, συνεύρεση κατά τη διάρκεια της ωορρηξίας κτλ είναι... βιωματική. Είναι πράγματα που τα έχει βιώσει από πρώτο χέρι, οπότε έχει τη γνώση να τα μεταφέρει στο χαρτί και μετά στη μεγάλη οθόνη. Το θέμα είναι όμως πως μόνο η γνώση δεν αρκεί. Και ο Chen έχει τον τρόπο να μεταφέρει αυτήν τη γνώση στο πανί, στη μεγάλη οθόνη, και να την μετατρέψει σε πρώτης τάξεως ψυχαγωγία για τους θεατές. Με τρόπο κομψό, ανεπιτήδευτο, ειλικρινή και με μια ανθρωπιά που ποτίζει το βλέμμα και αποτυπώνεται σε κάθε κάδρο, όπως η βροχή που πέφτει ασταμάτητα στη Σιγκαπούρη την εποχή των μουσώνων, ο Chen κερδίζει το στοίχημα. Βοηθούν και οι ηθοποιοί του σ' αυτό. Και ναι, το καινούργιο θα γεννηθεί όπως και να ΄χει. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο αισιόδοξο μήνυμα σ' αυτήν την εποχή της σκοτεινιάς, έτσι;

Θόδωρος Γιαχουστίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα moviesltd.gr