Στα 1968, ένα ετερόκλητο group οργανωτών αντιπολεμικής διαδήλωσης βάζει σαν στόχο την προσέγγιση του χώρου στον οποίο πραγματοποιούνταν μεγάλο συνέδριο του Δημοκρατικού κόμματος στο Σικάγο. Οι Αρχές έχουν εντολή πλήρους καταστολής, η κατάσταση ξεφεύγει και η πόλη φλέγεται για μέρες. Αυτή είναι η δίκη που ακολούθησε…

Προσοχή. Η «Δίκη των 7 του Σικάγου» δεν είναι μία «κακή» ταινία. Είναι κακό σινεμά. Γιατί… δεν είναι καν σινεμά! Είναι μέτρια τηλεόραση. Που δεν έχεις κανέναν απολύτως λόγο να παρακολουθήσεις σε μεγάλη οθόνη. Στις όποιες ίντσες μιας τηλεοπτικής συσκευής, ίσως αντέξει καλύτερα. Αλλά κι εκεί, δεν μιλάμε για τηλεοπτική παραγωγή κατηγορίας… HBO. Μιλάμε για μέτρια τηλεόραση. Με κακά στερεότυπα, ανύπαρκτη σκηνοθεσία και «ντουντούκα» μηνυμάτων. Γιατί ασχολούμαστε, λοιπόν; Γιατί το NETFLIX θέλει να την «σπρώξει» στα Όσκαρ του 2021 και λόγω των επερχόμενων αμερικανικών εκλογών του Νοέμβρη, το timing της εξόδου του φιλμ (εξ)υπηρετεί και κάποιες επιπλέον σκοπιμότητες ή πολιτικές ατζέντες.

1083 1

Το πρόβλημα της ταινίας δεν είναι μονάχα η αισθητική της τηλεοπτικής δομής που της στερεί κάθε ίχνος κινηματογραφικότητας (και αντίστοιχης απόλαυσης), αλλά και ο ανεπαρκής σκηνοθετικός ρόλος του Άαρον Σόρκιν, σε τούτη τη δεύτερη απόπειρά του πίσω από τις κάμερες (μετά το σαφώς πιο καλοδουλεμένο «Molly’s Game» του 2017). Ο Σόρκιν είναι ένας θαυμάσιος γραφιάς, αν και πλέον μπορούμε να επισημάνουμε ένα βασικό του désavantage: λειτουργεί καλύτερα (σεναριακά) επάνω σε υλικό το οποίο προϋπήρχε και (συχνότερα) βασίζεται σε αληθινή ιστορία. Έχει πένα ο άνθρωπος, αλίμονο. Μήπως, όμως, αυτό που μας παραδίδει εδώ και τόσα χρόνια, τελικά, αποτελεί μία απλά σωστή σύνθεση λεκτικού «mash-up», με κάμποσα highlights που γεννούν σκηνές… «βεγγαλικά» (μεγέθους ανάλογου της υποκριτικής δεινότητας των ερμηνευτών τους); Δυστυχώς, σε τούτη τη «Δίκη των 7», ούτε το σενάριο, ούτε και η σκηνοθετική του διαχείριση λάμπουν και ο Σόρκιν αυτοπαγιδεύεται σε μία αφελή πίστη πως το όλο συμβάν των τελών του ’60, εν μέσω κοινωνικής οργής για τους άδικους θανάτους χιλιάδων νέων στον πόλεμο του Βιετνάμ, είναι αρκούντως στιβαρό ώστε να «σηκώσει» τους θεατές και να τους αφυπνίσει πολιτικά. Η (σκληρή) πραγματικότητα είναι πως το τελικό αποτέλεσμα αποτελεί μονάχα ένα τυπικό δράμα δικαστηρίου, με προφανέστατες εντάσεις τύπου «με πνίγει τ’ άδικο…», που σταδιακά πνίγουν ολοκληρωτικά το ίδιο το έργο.

Δεν είναι ανάγκη να έχει μελετήσει κανείς την περίπτωση της αληθινής δίκης, που ακόμη και στις ΗΠΑ ενδεχομένως να έχουν ξεχάσει πολλοί. Επρόκειτο για μία διαδικασία που περισσότερο έμοιαζε με παρωδία και εξευτελισμό της Δικαιοσύνης, πλήρως κατευθυνόμενης από την φρέσκια Κυβέρνηση του Νίξον, με σκοπό τον παραδειγματισμό, την τιμωρία / φυλάκιση των οργανωτών της αντιπολεμικής διαδήλωσης και την διάλυση των αριστερίστικων ομάδων και ιδεών σε ολόκληρη τη χώρα. Αυτό που παρουσιάζει το φιλμ (και λογικά έτσι συνέβη) είναι μία δίκη καθεστώτος… δικτατορίας, με εμπλοκή κάθε πτυχής των μηχανισμών του Κράτους. Είναι σοκαριστικά δυσώδες σε κάμποσες στιγμές το θέαμα, η λογοκριτική ισχύς και ο διόλου νόμιμος παραλογισμός του Δικαστή Τζούλιους Χόφμαν (Λαντζέλα), ο οποίος δεν χρειαζόταν καν ν’ ακούσει την ετυμηγορία των ενόρκων για να καταδικάσει τους κατηγορούμενους. Ατυχώς, ο Σόρκιν παρασύρεται από το όλο «φαρσικό» κλίμα και τονίζει ακριβώς αυτό το αμφιλεγόμενα αστείο στοιχείο της ιστορίας και του καταστασιακού, καταλήγοντας να υπερισχύει το «comic relief» το οποίο υπηρετούν και αρκετά μέλη του καστ, με πρώτο και καλύτερο (διόλου τυχαία) τον Σάσα Μπάρον Κοέν.

1083 3

Το (συντριπτικά) μεγαλύτερο μέρος του φιλμ εξελίσσεται εντός του δικαστηρίου, με καδραρίσματα και μοντάζ σε πλήρη αμηχανία, σχεδόν «προκατασκευασμένα» και πληκτικά, αν όχι… τηλεοπτικά. Εμβόλιμα, σε συνάρτηση με τα λεγόμενα στις καταθέσεις των μαρτύρων, ο Σόρκιν μας δίνει και μία κάποια ιδέα της διαδήλωσης και των «παρεκτροπών» αυτής, οι οποίες παρουσιάζονται με την αρμόζουσα γραφικότητα («σπασμένα» κεφάλια διαδηλωτών που στάζουν αίμα…), δίπλα σε μικρές ενθέσεις μαυρόασπρων φιλμικών ντοκουμέντων της εποχής εκείνης, τα οποία ελαφρώς «κλωτσάνε» μεταξύ τους. Ο Σόρκιν δεν είναι ικανός να στήσει σασπένς γύρω από τα πιο δυνατά σημεία του συμβάντος, οι ηθοποιοί του παίρνουν περισσότερο σοβαρά απ’ όσο πρέπει τους ρόλους τους, η αρρυθμία της αφήγησης σπαταλά τον χρόνο του θεατή και, ενώ γνωρίζουμε εξαρχής την τελική έκβαση της δίκης, αναμένουμε (φυσικά) και μία «συμβολική» κορύφωση δικαίωσης για το φινάλε, η οποία εμένα με οδήγησε πέρα από τα όρια της όποιας αντοχής μου μετά από ένα πλήρες δίωρο. Ως είθισται, ακολούθησαν οι τυπικές κάρτες του στυλ «τι απέγιναν όλοι αυτοί μετά»…

Για το αμερικανικό κοινό (και δη εκείνο του NETFLIX), η «Δίκη των 7» μπορεί να φαντάζει σαν ένα «μεγαθήριο» πολιτικού έργου και μηνύματος, περιλαμβάνοντας μέσα του ένα «potpourri»… δημοκρατικών δυνάμεων, με «κερασάκι» και την παρουσία των Black Panthers (για το «diversity», ρε γαμώτο!). Σε τηλεοπτικό πλαίσιο, τηρεί τους κανόνες του αντίστοιχου (σημερινού) προϊόντος μάλλον συντηρητικά (μάγκα μου, υπάρχει πλάνο ολίγων δευτερολέπτων με επαναστατημένα… ντυμένα κορίτσια που καίνε τα σουτιέν τους, αλλά αν και τοποθετημένο στην «make love, not war» περίοδο της αμερικανικής κουλτούρας, το σεξ είναι ολοκληρωτικά άφαντο!) και με τα χίλια ζόρια ψυχαγωγικά (προσέξτε την μουσική υπόκρουση στην εισαγωγή της ταινίας και αναρωτηθείτε αν μας κάνουν πλάκα…). Έφεση; Τα σκαλπ τους θα έπαιρνα!

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Από 16 Οκτωβρίου, σε κάποια πλατφόρμα streaming… near you. Για θερινό σινεμά ή αίθουσα (αν ανοίξουν στις επόμενες μέρες…),ακόμη και σε τέτοια φάση φιλμικής ανομβρίας, δεν θα έλεγα ότι θα αποζημιώσει κανέναν. «Οσκαρικό»; Εάν έχει πάρει τέτοια κατρακύλα ο θεσμός, ας τον αφήσουμε να ψοφήσει επιτέλους!

Ηλίας Φραγκούλης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr