Μενού

ΑΓΟΡΙ ΤΟΥ ΘΕΟΥ, ΤΟ - Πάρις Μνηματίδης

2011 7

Πέρα από το ζήτημα της θρησκευτικής ελευθερίας, πέρα από την ανάλυση πάνω στη φύση της εξουσίας, η νέα ταινία του Marco Bellocchio περιστρέφεται πάνω απ’ όλα γύρω από το πώς διαμορφώνεται η ταυτότητα του ατόμου εντός μιας κρατικής οντότητας, και αν η ιστορική περίπτωση με την οποία καταπιάνεται είναι ακραία και οδηγεί στο να αναπτυχθούν και άλλες θεματικές στην πορεία, η κεντρική προβληματική του μπορεί να παραλληλιστεί και με καταστάσεις θεωρητικά εντός ενός πλαισίου σχετικής κανονικότητας.

Διότι υπάρχουν δύο όψεις στο ίδιο νόμισμα: από τη μία πλευρά η καταγγελτική ματιά πάνω σε ένα γεγονός που αντικατόπτριζε τον ευρύτερο αντισημιτισμό της εποχής στην Ιταλική Χερσόνησο. Από την άλλη πλευρά μια γενικότερη μελέτη των διαχρονικών δομών που εργαλειοποιεί η κορυφή της ιεραρχικής πυραμίδας για να επιβληθεί στη βάση της. Πώς τελικά η εκπαίδευση, η γλώσσα, η εθιμοτυπία και άλλοι παράγοντες σφυρηλατούν την προσωπικότητα του εκάστοτε ανθρώπου εις βάρος της δικής του ανάπτυξης και ουσιαστικής ευτυχίας. Ο τρόπος με τον οποίο ο Bellocchio περιγράφει την όλη συνθήκη ενδέχεται να έχει τις ρίζες του στη μαρξιστική του παιδεία, αν και τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει δεν είναι απαραίτητα στρατευμένα και γίνονται αντιληπτά περισσότερο υπό ένα ευρύτερα ουμανιστικό παρά ιδεολογικό πλαίσιο, ενώ δεν λείπουν και οι θρησκευτικοί συμβολισμοί, κάποιοι περισσότερο προφανείς, άλλοι λιγότερο. Δεν είναι τυχαίο ότι οι σκηνές που εμπεριέχουν τις πιο δυνατές συγκινήσεις δεν είναι αυτές που καταφεύγουν σ’ ένα οπερατικού τύπου μεγαλείο, αλλά εκείνες που περιγράφουν το πώς, στη ροή των μεγαλύτερων εξελίξεων, η τραγωδία του ατόμου έγκειται στο ότι είναι καταδικασμένο να λησμονηθεί αν δεν ανήκει στους διαμορφωτές των καταστάσεων, αλλά και στο γεγονός πως η ίδια η ελεύθερη βούλησή του ίσως είναι μια ψευδαίσθηση δεδομένης της ισχύος των έξωθεν ερεθισμάτων, όποια και αν είναι αυτά.

Υπάρχουν στιγμές που κάτι μοιάζει να ξεφεύγει από την υψηλή ποιότητα του συνόλου, όπως μια ελαφρώς υπερβολική ερμηνεία εκ μέρους του Paolo Pierobon, μερικές υπερεπεξηγηματικές σφήνες του σεναρίου ιστορικής φύσεως που φαντάζουν αφύσικες ειδικά σε επίπεδο διαλόγων ή κάποιες κατασκευαστικές ατέλειες με εφέ που «χτυπάνε» κάπως άσχημα στο μάτι. Ωστόσο η καρδιά του εγχειρήματος μένει ακέραια από την αρχή μέχρι το τέλος, και ο συναισθηματικός πυρήνας του οικογενειακού δράματος που βίωσαν οι Mortara είναι δύσκολο να μην προκαλέσει το ενδιαφέρον, αν όχι το δάκρυ. Κι έχει μεγάλη αξία το ότι επιλέγεται το κλείσιμο της αφήγησης να επικεντρωθεί ακριβώς σε αυτήν τη διάσταση και όχι στις κατακλυσμιαίες πολιτικές αλλαγές που λαμβάνουν χώρα στο χρονικό σημείο κατά το οποίο τελειώνει η επί της οθόνης δράση, το ότι το πρόσημο που προτιμάται είναι ανθρωποκεντρικό.

Σίγουρα πρόκειται για ένα από τα κορυφαία φιλμ του συνόλου της σκηνοθετικής καριέρας του Bellocchio, όχι μόνο της ύστερης περιόδου του. Ξεφεύγει από την παγίδα του ακαδημαϊκού και «στεγνού» δράματος εποχής για να «χτίσει» μια συλλογιστική που δεν είναι μονάχα ένα παράθυρο σ’ ένα σκοτεινό χθες, αλλά κι ένας στοχασμός για το σήμερα που επαναλαμβάνει παλιά μοτίβα τα οποία εσκεμμένα δεν είναι ευρύτερα γνωστά από τις μάζες που κουβαλούν και τη δυναμική της πίεσης. Είναι σινεμά με τη στιβαρότητα μιας παρελθοντικής παράδοσης και το πάθος μιας επίκαιρης ανησυχίας.

Πάρις Μνηματίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα filmy.gr

Smart Search Module