Μενού

ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΞΑ - Νίκος Παλάτος

2171 4

Η ιταλική αυτοκινητοβιομηχανία Lancia θέλει να κερδίσει πάση θυσία το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ράλι του 1983, όμως, το μοντέλο της 037 υστερεί σημαντικά έναντι της τετρακίνητης γερμανικής τεχνολογίας του Audi Quattro. Ο εκτελεστικός της Διευθυντής, Τσέζαρε Φιόρι, έχει μερικές πονηρές ιδέες οι οποίες ενδεχομένως μπορούν ν’ αλλάξουν τη διαφαινόμενη πορεία των πραγμάτων. Εμπνευσμένο από αληθινά γεγονότα.

Μπορεί ως τίτλος το «Audi vs. Lancia» να παραπέμπει ευθέως στο «Ford V Ferrari» του 2019 (που για μυστήριο λόγο βαφτίστηκε στη χώρα μας… «Κόντρα σε Όλα»), όμως, ως δομή το φιλμ του Στέφανο Μορντίνι κινείται περισσότερο στα χνάρια του «Rush» (2013). Η ταινία του Ρον Χάουαρντ εστίαζε στην κόντρα δύο οδηγών της Formula 1 διαμέσου του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος του 1976 (του Νίκι Λάουντα και του Τζέιμς Χαντ συγκεκριμένα), τούτη εδώ επιχειρεί να κάνει το ίδιο για τις ομάδες της Audi και της Lancia, με φόντο το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Ράλι του 1983. Ατυχώς, ο «Αγώνας για τη Δόξα» μοιάζει με… λεωφορείο γκαζοζέν που αγκομαχά στην ανηφόρα, ενώ τα άλλα δύο πατούσαν τέρμα γκάζι μπαίνοντας στις στροφές με τις μπάντες.

Έργο πάθους (προφανώς) για τον Ρικάρντο Σκαμάρτσο (αφού εκτός από τον πρωταγωνιστικό ρόλο κρατά κι εκείνον του παραγωγού, όσο και του συν-σεναριογράφου!), ο «Αγώνας» δεν καταφέρνει καν να μείνει πιστός στην υπόσχεση του αυθεντικού του τίτλου, που όσο να ‘ναι υποδηλώνει μια έντονη αντιπαλότητα ανάμεσα στις δύο αυτοκινητοβιομηχανίες. Δεν είναι μόνο πως το φιλμ είναι εξ ολοκλήρου γυρισμένο μέσα από τη ματιά του Τσέζαρε Φιόρι (του Σκαμάρτσο), αλλά και το ότι το υποτιθέμενο αντίπαλο γερμανικό δέος του συναδέλφου του Ρόλαντ Γκούμπερτ (του Ντάνιελ Μπρουλ) μοιάζει με κομπάρσο, ο οποίος κρατά από… υποχρέωση έναν ρολάκο στην πλοκή.

Η τελευταία περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από την εμμονή του Φιόρι για την κατάκτηση του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος, συνθήκη την οποία θεωρούσε μονόδρομο για την ζητούμενη (από τη «μαμά» Fiat) αύξηση των πωλήσεων. Για να πετύχει τον στόχο του, ο Ιταλός manager καταφεύγει σ’ έναν συνδυασμό βαθιάς γνώσης των απαιτήσεων του αθλήματος και κόλπων… «μακαρονάδικων», ελπίζοντας έτσι να πιάσει τους μονόχνωτους Γερμανούς στον ύπνο και να τους «κλέψει» (επί της ουσίας) τον τίτλο. Είναι (ίσως) το μοναδικό στοιχείο του φιλμ που κάπως λειτουργεί, προσδίδοντάς του έναν αέρα πιπεράτης χαριτωμενιάς, παράλληλα απομακρύνοντάς το σε σημαντικό βαθμό από την… πραγματικότητα, καθώς πολλά από τα όσα γίνονται είναι αδύνατον να πιστέψει κανείς πως συνέβησαν με αυτόν τον τρόπο. Είναι, μάλιστα, τέτοια η ανακρίβεια των γεγονότων, που οι παραγωγοί της ταινίας θεώρησαν απαραίτητο να ενημερώσουν με σχετική κάρτα στο φινάλε του φιλμ πως το έργο έχει πάρει σημαντικότατες σεναριακές «ελευθερίες» και δεν μπορεί (για κανέναν λόγο) να εκληφθεί ως βιογραφικό! Πρόκειται ομολογουμένως για σπάνια ανάγκη παραδοχής αλλοίωσης της Ιστορίας, που από μια σκοπιά τη λες και συγκινητική.

Το πρωτεύον σε ένα τέτοιου είδους κινηματογραφικό έργο, βέβαια, είναι η ψυχαγωγία του κοινού, κι ας έχει μέσα όσα ψεύτικα ατυχήματα θέλει και όσες ανύπαρκτες διατροφολόγους τραβάει η όρεξη! Ο Μορντίνι προσπαθεί να το κάνει «όπως Αμερική», ποντάροντας έντονα στο ιταλικό πατριωτικό αίσθημα, όμως, άλλα τα budget του Χόλιγουντ και άλλα τα χρήματα που έχει αυτός στη διάθεσή του. Η φτώχεια της παραγωγής βγάζει μάτι σε όλο το πλαίσιο της ταινίας, επιχειρώντας κατά κάποιο τρόπο να ξεπεράσει τον σκόπελο με γυρίσματα αγώνων rally σε αυθεντικούς χώρους (και στην Ελλάδα μεταξύ άλλων, για τις ανάγκες του «Acropolis»), καθώς και με την εμφάνιση των vintage αυτοκινήτων της εποχής. Σε συνδυασμό με τα θρυλικά ονόματα των οδηγών Χάνα Μίκουλα και Βάλτερ Ρορλ (για λογαριασμό των Audi και Lancia αντίστοιχα, με τον δεύτερο να στέκει ως ο απόλυτος συμπρωταγωνιστής της ταινίας), δε, κοιτάζει να παρασύρει το κοινό (που έχει ζήσει την περίοδο του αθλήματος) σ’ ένα νοσταλγικό ταξίδι στα μονοπάτια της μνήμης. Όταν, όμως, οι υποπλοκές (φανταστικές και μη) που περιστρέφονται γύρω από τον Φιόρι και το προσωπικό της ομάδας του ξεχειλίζουν από γραφικότητα και οι αγωνιστικές σκηνές που απαιτούν τέρμα γκάζι, θέαμα και χώμα είναι τόσο ψόφιες (σε αντίθεση με το κατά τα λοιπά εξίσου αποτυχημένο «Ferrari»), τι να σου κάνουν το Μόντε Κάρλο, οι 1000 Λίμνες και όλη η τετρακίνηση του κόσμου;

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Σκαρφάλωνες στη Μακρυρράχη και στα Λυκόχια για να φας τη σκόνη των ειδικών διαδρομών και να την «ακούσεις» από τις γκαζιές της 037 και του Quattro; Ο «Αγώνας για τη Δόξα» θα σου ξυπνήσει κάποιες μνήμες από τη χρυσή εποχή του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος Ράλι, αλλά μάλλον σαν… «αντίκα» θα σου φανεί στο τέλος. Δεν έχω ιδέα από αυτά, θέλω απλά να πάω σινεμά και να δω μια ταινία; Τούτη είναι σαν να διαβάζεις το σχετικό λήμμα της Wikιpedia, που όμως χρήζει σαφέστατου ελέγχου και… διορθώσεων. «Αγώνας» ναι, «Δόξα» όχι και τόση.

Νίκος Παλάτος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr

Smart Search Module