Ο επιτυχημένος σκηνοθέτης Σαλβαδόρ Μάγιο (Αντόνιο Μπαντέρας) με καταβεβλημένο σώμα και ψυχή απέχει από τα κινηματογραφικά πλατό. Η προβολή της αποκατεστημένης κόπιας μιας παλιάς του ταινίας από την ισπανική ταινιοθήκη τον φέρνει μετά από 32 χρόνια σε επαφή με τον παλιό συνεργάτη του και ηθοποιό, Αλμπέρτο Κρέσπο (Ασιέρ Ετσεαντία). Τα χρόνια που μεσολάβησαν από την τελευταία τους συνάντηση δεν έχουν καταπιέσει τις αναμνήσεις. Ο Σαλβαδόρ θυμάται την παιδική του ηλικία και μέσω του Αλμπέρτο βρίσκει ξανά τον Φεντερίκο (Λεονάρντο Σμπαράλια), τον μεγάλο του έρωτα.

Τα κείμενα του Πέδρο Αλμοδόβαρ πάντα διανθίζονται με αυτοβιογραφικά στοιχεία. Ο σκηνοθέτης δεν φοβάται να παρουσιάσει στιγμές της ενδιαφέρουσας ζωής του και χαρακτήρες που εμπλούτισαν τις εμπειρίες και τη φαντασία του. Δεν φοβάται να μιλήσει για την ίδια τη ζωή. Παραμένει μια κινηματογραφική πένα με ξεκάθαρη ανθρωπιά και ειλικρίνεια, με πρωταγωνιστές που συνομιλούν ως άνθρωποι της διπλανής πόρτας και όχι ως κομμάτια μιας πλασματικής κοινωνίας. Με το τίτλο «Πόνος και Δόξα» παραπέμπει στην ουσία της ύπαρξης και της ζωής. Πόνος και ζωή βαδίζουν μαζί, ενώ η δόξα δεν αναφέρεται απλώς στη φήμη του σκηνοθέτη. Είναι η καθημερινή δόξα της ζωής, η νίκη ενάντια στους προσωπικούς του δαίμονες.

Ο Αλμοδόβαρ φαίνεται πως τους νίκησε, αναπολώντας μέσα από την πλοκή το παρελθόν του και εξετάζοντας την κινηματογραφική του ταυτότητα. Ολόκληρο το έργο του και η παιδική του ηλικία περνούν μπροστά από τα μάτια μας, σε μικρές-μικρές κουκίδες που ενώνονται μέχρι και την τελευταία σκηνή. Η σχέση με τη λατρεμένη του μητέρα, η ζωή στη Μαδρίτη τη δεκαετία του 1980, όταν η πόλη ζούσε στους ρυθμούς της πολιτιστικής απελευθέρωσης του κινήματος La Movida Madrileña, ανήκουν στον Πέδρο.

Η αφήγηση της ταινίας ανήκει στον χαρακτήρα που πλάθει, τον ομότεχνό του Σαλβαδόρ, η εικόνα του οποίου ταυτίζεται απόλυτα με εκείνη του Αλμοδόβαρ. Είναι εντυπωσιακό το πως ο Αντόνιο Μπαντέρας μπαίνει κυριολεκτικά στα πολύχρωμα ρούχα του σκηνοθέτη, ζει στο διαμέρισμά του και συνδέεται μαζί του. Η πολύχρονη γνωριμία τους αποτυπώνεται στη θαυματουργή και φυσική ερμηνεία του ηθοποιού.

Το ερώτημα που προκύπτει από την ταινία είναι γιατί ο σκηνοθέτης επέλεξε ο ήρωάς του να εθίζεται στην ηρωίνη, αν σκεφτούμε πως ο ίδιος δεν υπήρξε ποτέ χρήστης ναρκωτικών. Πιθανόν η απάντηση να είναι στο όνομα του πρωταγωνιστή, Σαλβαδόρ, που σημαίνει «σωτήρας». Ο Σαλβαδόρ έβγαλε από το αδιέξοδο σημαντικούς ανθρώπους της ζωής του. Τους έσωσε, και μ’ αυτόν τον τρόπο έσωσε και τον εαυτό του, επιστρέφοντας στη δημιουργία. Η γνώση της θετικής προοπτικής που τους προσέφερε και της ευγνωμοσύνης που εκφράζουν στο πρόσωπό του έχει την ίδια λυτρωτική λειτουργία με τον κινηματογράφο. Ο κινηματογράφος μπορεί να μην σώζει ζωές, έχει, όμως, τη δύναμη να επουλώνει την ψυχή του θεατή και να χαρίζει κουράγιο στον σκηνοθέτη να αφηγηθεί ακόμα μια ιστορία. Γιατί αυτό δεν είναι το κύκνειο άσμα του Πέδρο Αλμοδόβαρ, αλλά η δήλωσή του πως συνεχίζει να εμπνέεται από τον πόνο και τη δόξα! 


Δέσποινα Τριανταφυλλίδου
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα eleftheria.gr