Ο νεαρός Κι-γου (Τσόε Γου-σικ) πιάνει εργασία σε μια πλούσια οικογένεια. Μαζί με τους γονείς του και την αδερφή του ξεγελούν τους εργοδότες του και σύντομα όλοι δουλεύουν στο πολυτελές σπίτι και ονειρεύονται να ξεφύγουν από το υπόγειο που μένουν και τη φτώχεια. Τα ψέματα και οι μηχανορραφίες που σκαρφίζονται για να καταφέρουν να διεισδύσουν στο σπίτι κινδυνεύουν να καταρρεύσουν, όταν ένα μεγαλύτερο μυστικό αποκαλύπτεται και τους οδηγεί στα άκρα.

Ο Μπονγκ Τζουν-Χο κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα στο φετινό φεστιβάλ των Καννών κινηματογραφώντας ένα ενδιαφέρον και αιχμηρό σχόλιο πάνω στις αγεφύρωτες κοινωνικές ανισότητες. Η οικογένεια του Κι-γου, οι Κιμ, επιλέγει ως μοναδική της έννοια το wi-fi των κινητών της και κατόπιν την εξαπάτηση των προνομιούχων Παρκ. Οι Παρκ ζούνε σε έναν κόσμο ευδαιμονίας, χωρίς καν να αντιλαμβάνονται τη δυστυχία που υπάρχει σε άλλα τμήματα της πόλης. Γι’ αυτούς οι φτωχοί είναι εξωγήινα όντα με απαίσια μυρωδιά, τα οποία κυκλοφορούν με τα ταπεινά μέσα μαζικής μεταφοράς. Αν και δεν είναι ξιπασμένοι, αυτή η αναφορά στη μυρωδιά γίνεται η πηγή μιας συγκλονιστικής ανατροπής.

Τα σύμβολα και οι αλληγορικές διαστάσεις των ηρώων και της ζωής τους έχουν αναφορά στη βασική πηγή ζωής, τον ήλιο, ο οποίος εντοπίζεται στην επιφάνεια της γης. Απεικονίζοντας τους πλούσιους στην επιφάνεια να χαίρονται τις ζεστές του ακτίνες και τους φτωχούς σε υπόγεια και ημιυπόγεια, όπου υπερισχύει το σκοτάδι, ο Τζουν-Χο κάνει ισχυρότερη την αντίθεση και της δίνει πολιτική χροιά. Οι Κιμ ως κωμικοτραγικοί παλιάτσοι παλεύουν για μία θέση στον ήλιο και ο σκηνοθέτης τους αφήνει τα παράσιτά του να ανακαλύψουν μέχρι πού θα τους φτάσει η άνοδός τους στο φως.


Δέσποινα Τριανταφυλλίδου
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα eleftheria.gr