H τραγική βιογραφία της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, στιχουργού των πιο όμορφων τραγουδιών του λαϊκού ελληνικού ρεπερτορίου του 20ού αιώνα, μιας γυναίκας ιδιοφυούς αλλά και με αυτοκαταστροφικές τάσεις, μπορεί να εκληφθεί ως γεγονός για τον εγχώριο κινηματογράφο. Αν και τραγούδια όπως «Περασμένες μου αγάπες», «Όνειρο απατηλό», «Είμαι αητός χωρίς φτερά», «Ηλιοβασιλέματα», «Είσαι η ζωή μου», «Μαντουμπάλα», «Δύο πόρτες έχει η ζωή» («Το τελευταίο βράδυ μου»), τραγουδιούνται ακόμα και σήμερα όπως όταν πρωτοακούστηκαν, πολύς νέος κόσμος έμαθε για την σπάνια περίπτωση της Παπαγιαννοπούλου μέσω του θεατρικού μονόπρακτου στο οποίο επί πολλές σεζόν την υποδύθηκε μια καταπληκτική Νένα Μεντή. Να όμως που σήμερα, με την αρτιότατη ως κατασκευή ταινία του Αγγελου Φραντζή, το κοινό έχει την ευκαιρία να μπει κι εκείνο λεπτομερώς στην τόσο παράξενη ζωή της.

Το φιλμ είναι μοιρασμένο σε δύο μέρη. Στο πρώτο η Κάτια Γκουλιώνη υποδύεται την στιχουργό νέα και αργότερα η Καρυφυλλιά Καραμπέτη παίρνει την σκυτάλη για να απογειώσει την ταινία παίζοντάς την σε μεγαλύτερη ηλικία από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 ως τον θάνατό της το 1972. Μια ιδέα του Φραντζή και της Κατερίνας Μπέη που λειτουργεί αποτελεσματικά είναι η τιμητική βραδιά για την στιχουργό που λειτουργεί ως άξονας στην μεταφορά του θεατή στον χρόνο καθώς παρόντες είναι όλοι οι μεγάλοι συνθέτες και μουσικοί  που συνεργάστηκαν μαζί της και την τιμούν με την παρουσία τους – από τον Βασίλη Τσιτσάνη ως τον Απόστολο Καλδάρα και από τον Μανώλη Χιώτη ως τον Μάνο Χατζιδάκι (το μόνο ξένο σώμα εκεί είναι ο οικοδεσπότης της εκδήλωσης που έχει την μορφή του Φοίβου Δεληβοριά).

Η ταινία κτίζεται πάνω στην ιδέα ότι η Παπαγιαννοπούλου ζούσε για το τώρα και για τα πάθη της – με την χαρτοπαιξία στη θέση του  μεγαλύτερου. Ο Φραντζής και η Μπέη υπογραμμίζουν αυτό το γεγονός, και έτσι κτίζουν ένα ολοκληρωμένο, συμπαγές πορτρέτο αυτής της τρομερής γυναικείας προσωπικότητας που θαρρείς ότι κέρδισε μέρος από την απίστευτη ενέργειά της έχοντας επιβιώσει από την καταστροφή της Σμύρνης που την οδήγησε στον ξεριζωμό από την πατρίδα της το Αϊδίλι.

Η Παπαγιαννοπούλου ήταν κυριολεκτικά ατρόμητη, δεν φοβόταν τίποτε και κανέναν, δεν την απασχολούσε η υστεροφημία της, αδιαφορούσε για το αν θα έβλεπε  το όνομά της στα τραγούδια που έγραφε, τα οποία δε, πουλούσε για ψίχουλα! Και ο κόσμος αν και δεινοπαθούσε δίπλα της, δεν μπορούσε να κάνει χωρίς αυτήν- παράδειγμα ο δεύτερος σύζυγός της, ένας ενάρετος αστυνομικός που χάρη στον Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη γίνεται η ήρεμη δύναμη της ταινίας, αλλά και ο Λουκάς, ο αφοσιωμένος γκέι φίλος της, που έχει το πρόσωπο του Θάνου Τοκάκη, τον οποίο πολύ θα θέλαμε να βλέπαμε συχνότερα στην μεγάλη οθόνη.

Αψογες στον απαιτητικό ρόλο που κλήθηκαν να αποδώσουν, οι δύο ηθοποιοί που παίζουν την στιχουργό δεν σου επιτρέπουν να στρέψεις ποτέ την ματιά σου εκτός οθόνης. Η Γκουλιώνη δεν έχει υπάρξει καλύτερη αλλά η Καραμπέτη, τελικά, είναι εκείνη που κυριολεκτικά απογειώνει την ταινία, αποδεικνύοντας για μια ακόμη φορά ότι είναι η καλύτερη εν ζωή ελληνίδα ηθοποιός της εποχής μας. Ακόμα και στο πόσο πειστικά καπνίζει ενώ είναι φανατική αντικαπνίστρια φαίνεται η αφοσίωσή της σε έναν ρόλο που όχι μόνον είναι ο καλύτερός της στο σινεμά αλλά προβλέπω ότι θα γράψει σελίδα στην Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογράφου.

Γιάννης Ζουμπουλάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tovima.gr