Όσο πιο περιορισμένο είναι ένα σύνολο τόσο πιο εσωστρεφές γίνεται. Κλείνεται όλο και περισσότερο στον εαυτό του και τα στοιχεία που το αποτελούν γίνονται θύματα μιας ιδιότυπης ιδρυματοποίησης και ενώ οι μεταξύ τους σχέσεις είναι προβληματικές, συχνά εχθρικές, δεν τολμούν να σπάσουν το κέλυφος και να απελευθερωθούν. Φαινόμενο που συναντάμε στις κλειστές κοινωνίες, κυρίως στην επαρχία, όπου κυριαρχεί η μυστικοπάθεια, τα κρυμμένα μυστικά που συχνά κρύβουν ενοχές και παραβατικότητα.

Η νέα ταινία του Σύλλα Τζουμέρκα, «Το θαύμα της θάλασσας των Σαργασσών», είναι ένα θρίλερ με φόντο την ελληνική επαρχία και με όλα όσα εκείνη κρατά κρυμμένα.

Η Ελισάβετ, υψηλόβαθμη αστυνομικός στην Αντιτρομοκρατική, μετατίθεται για λόγους ασφαλείας στο Μεσολόγγι ως αστυνομική διοικήτρια. Πίνει πολύ, διατηρεί σχέση με έναν παντρεμένο γιατρό, ενώ είναι σκληρή στη δουλειά της κι απότομη με τους υφισταμένους της. Στο Μεσολόγγι ζει και η Ρίτα, εργάτρια σε μονάδα καλλιέργειας και επεξεργασίας χελιών, εγκλωβισμένη στην επαρχιακή πόλη ενώ αναζητά διέξοδο από το προσωπικό της δράμα. Οι ζωές αυτών των δύο γυναικών θα συναντηθούν μετά από έναν βίαιο θάνατο. Η Ελισάβετ η οποία θα διερευνήσει την υπόθεση θα βρεθεί μπροστά σε αποκαλύψεις και κρυμμένα μυστικά που αναστατώνουν τη μικρή τοπική κοινωνία.

thavma ths thalassas twn sargasswn

Πρώτα απ’ όλα έχουμε ένα καλοδουλεμένο σενάριο που υπογράφει ο Σύλλας Τζουμέρκας μαζί με τη Γιούλα Μπούνταλη –η οποία ερμηνεύει τη Ρίτα. Από εκεί και πέρα ο Τζουμέρκας αναλαμβάνει να το σκηνοθετήσει ξεδιπλώνοντας για μια ακόμη φορά το ταλέντο του, κάτι που είχε φροντίσει ο ίδιος να καταδείξει από τις προηγούμενες ταινίες του, δηλαδή τη «Χώρα προέλευσης» (2010) και την «Έκρηξη» (2014). Έτσι έχουμε έναν άκρως ικανοποιητικό αποτέλεσμα, ένα αστυνομικό θρίλερ, με ίντριγκες, σασπένς κι αποκαλύψεις. Και φυσικά με στοιχεία νουάρ, μόνο που ο πρωταγωνιστικός ρόλος –και εδώ έχουμε μια πρωτοτυπία- ανήκει σε γυναίκα.

Ο Τζουμέρκας μέσα από τους χαρακτήρες τους και την ιστορία που αναπτύσσει, σκιαγραφεί τη ζωή στην επαρχία, ιδίως εκείνων οι οποίοι αποκαλούνται «επιφανείς πολίτες», που είναι άνθρωποι οι οποίοι έχουν την έξωθεν καλή μαρτυρία αλλά που κατά πως φαίνεται, δεν αρκεί.

Τελικά είναι μια ταινία σκληρή, όπως προκύπτει από την εξέλιξή της. Όχι βέβαια για όλους αλλά κυρίως για εκείνους που είναι θύματα. Αλλά βλέποντας την ταινία αναρωτιέται κανείς, ποιος εν τέλει είναι αθώος; Υπάρχει κάποιος που να είναι απλά, το «θύμα»; Μπορεί ναι μπορεί και όχι.

Μόλις τελείωσε η προβολή αναρωτιόμουν μήπως θα μπορούσε η ταινία να είναι λιγότερο «φορτωμένη». Δηλαδή να ήταν κάπως περιορισμένη η πολυπλοκότητα του σεναρίου. Όμως δεν κατάφερα να καταλήξω με βεβαιότητα αν όντως είναι έτσι, επειδή όταν σκεφτόμουν τι θα μπορούσε να έχει παραληφθεί, ανακάλυπτα πως  αυτομάτως θα απουσίαζε κάποια ψηφίδα του παζλ. Και κατά πως φαίνεται τελικά, ο Σύλλας Τζουμέρκας ορθώς έπραξε και μας παρέσυρε μαζί του στο ταξίδι των χελιών, από τη λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου ως τη θάλασσα των Σαργασσών για να μας φέρει πάλι πίσω.


Στράτος Κερσανίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα kersanidis.wordpress