Στη νέα του ταινία «Ο Ιρλανδός», ο Μάρτιν Σκορσέζε συνεχίζει από εκεί που μας άφησε με τις ταινίες του «Τα καλά παιδιά» και «Καζίνο», για να στραφεί, τη φορά αυτή, στην καταγραφή, με βάση το πολύ καλό σενάριο του Στίβεν Ζαϊλιαν, εμπνευσμένο από το βιβλίο «Έμαθα πως βάφεις σπίτια» του Τσαρλ Μπραντ, στην ιστορία του Φρανκ «Ιρλανδού» Σίραν (Ρόμπερτ Ντε Νίρο), πρώην βετεράνου του Β΄ παγκόσμιου πολέμου, μετέπειτα εκτελεστή της μαφίας και στη συνέχεια αρχηγού τμήματος του πανίσχυρου συνδικάτου οδηγών φορτηγών, ενός υπαρκτού, αξίζει να αναφέρω, προσώπου που πέθανε από γηρατειά το 2003 σε ηλικία 83 χρονών.

Η ταινία αρχίζει με την κάμερα του Ροντρίγκο Πιέτρο να προχωράει στους διαδρόμους ενός φροντισμένου γηροκομείου για να καταλήξει σ’ ένα καροτσάκι όπου βρίσκεται ένας κουρασμένος, στα πρόθυρα πιστεύεις του θανάτου, Σίραν, που αρχίζει να αφηγείται (απ’ ότι καταλαβαίνουμε σε μας) την δαιδαλώδη ιστορία του, που παρακολουθούμε μέσα από διάφορα φλας-μπακ, με την κάμερα άλλοτε σε τράβελινγκ, άλλοτε σε κοντινά πλάνα, έξω από και μέσα στα φτιαγμένα με αυθεντικότητα ντεκόρ, να ψάχνει τα πρόσωπα και να καταγράφει εκφράσεις και συναισθήματα, με μια διακριτική μουσική και με, ενδιάμεσα, επιλεγμένα τραγούδια της τότε εποχής, στην επιμονή του σκηνοθέτη να συλλάβει τις πιο αληθινές, απόκρυφες συχνά, αποκαλυπτικές στιγμές των προσώπων του.

Ιστορία που καλύπτει αρκετές δεκαετίες του περασμένου αιώνα, από εκείνη του ’40, εποχή συμμετοχής του Σίραν στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του τελευταίου μεγάλου πολέμου στη Σικελία, την επιστροφή του Σίραν και τη γνωριμία του, στα τέλη της δεκαετίας του ’50, με τον μέντορά του, το νονό της μαφίας της Πενσυλβάνια, Ράσελ Μπαφαλίνο (Τζο Πέσι), που του αναθέτει τις πρώτες του εκτελέσεις, ως την κατοπινή γνωριμία του, στη δεκαετία του ’60, με τον ηγέτη του συνδικάτου των οδηγών φορτηγών, Τζίμι Χόφα (Αλ Πατσίνο), που αργότερα (το 1975) αναλαμβάνει να δολοφονήσει.

irishman2

Εξελίξεις που ο Σκορσέζε αφηγείται παράλληλα με τις εξελίξεις στην αμερικανική ιστορία της περιόδου: τη νίκη στην προεδρία του Τζον Κένεντι, την αποτυχημένη απόβαση στην Κούβα, την κατοπινή δολοφονία του Αμερικανού προέδρου, τις κατοπινές προσπάθειες του Ρόμπερτ Κένεντι να διαλύσει τη μαφία και τις πολιτικές (προς μια πιο συντηρητική κατεύθυνση) αλλαγές στην Ουάσιγκτον και τον Λευκό Οίκο. Ένα είδος ιστορίας, όχι της επίσημης που διαβάζουμε στα βιβλία, αλλά μιας ιστορίας ιδωμένης μέσα από την ιστορία της μαφίας: όπως μαθαίνουμε, τουλάχιστο στην ταινία, η μαφία υποστήριξε την εκλογή του Κένεντι πιστεύοντας πως αυτός θα ανέτρεπε τον Κάστρο και θα επανάφερε τα ελεγχόμενα από αυτούς καζίνα στην Αβάνα, ενώ, σε μια από τις σκηνές βλέπουμε τον Σίραν να ανακαλύπτει πως, κάποια στιγμή, με το φορτηγό του μετέφερε όπλα στους Αμερικανούς αλεξιπτωτιστές που θα εισέβαλλαν στην Κούβα.

Irishman1

Εξελίξεις που ο Σκορσέζε αφηγείται παράλληλα με τις εξελίξεις στην αμερικανική ιστορία της περιόδου: τη νίκη στην προεδρία του Τζον Κένεντι, την αποτυχημένη απόβαση στην Κούβα, την κατοπινή δολοφονία του Αμερικανού προέδρου, τις κατοπινές προσπάθειες του Ρόμπερτ Κένεντι να διαλύσει τη μαφία και τις πολιτικές (προς μια πιο συντηρητική κατεύθυνση) αλλαγές στην Ουάσιγκτον και τον Λευκό Οίκο. Ένα είδος ιστορίας, όχι της επίσημης που διαβάζουμε στα βιβλία, αλλά μιας ιστορίας ιδωμένης μέσα από την ιστορία της μαφίας: όπως μαθαίνουμε, τουλάχιστο στην ταινία, η μαφία υποστήριξε την εκλογή του Κένεντι πιστεύοντας πως αυτός θα ανέτρεπε τον Κάστρο και θα επανάφερε τα ελεγχόμενα από αυτούς καζίνα στην Αβάνα, ενώ, σε μια από τις σκηνές βλέπουμε τον Σίραν να ανακαλύπτει πως, κάποια στιγμή, με το φορτηγό του μετέφερε όπλα στους Αμερικανούς αλεξιπτωτιστές που θα εισέβαλλαν στην Κούβα.

Πέρα όμως από τα έντονα πολιτικά στοιχεία καθώς κι εκείνα του φιλμ νουάρ, «Ο Ιρλανδός» είναι και ένα σχόλιο πάνω στη φιλία, την προδοσία, τον πόνο και τις ενοχές που ο Σκορσέζε καταγράφει άλλοτε με χιούμορ, που αγγίζει τα όρια του μαύρου (αναφέρω χαρακτηριστικά τη σκηνή στο αυτοκίνητο με του μαφιόζους, ενώ πηγαίνουν σε μια «αποστολή δολοφονίας», συζητούν για το ψάρι που μετέφερε ένας από αυτούς, ή οι αναφορές με υπότιτλους των εκτελέσεων των άλλων μαφιόζων στα τέλη της δεκαετίας του ’70 και αρχές εκείνης του ‘80) κι άλλοτε με δραματική ένταση, συχνά δοσμένη με μια στυγνή αμεσότητα, ιδιαίτερα σ’ ότι αφορά στις δολοφονίες/εγκλήματα, ιδιαίτερα εκείνες με τον Σίραν/Ντε Νίρο να τις εκτελεί με ένα ύφος που κινείται ανάμεσα στην αδιαφορία και τη ψυχρότητα, που τις κάνουν να μοιάζουν με κάτι το καθημερινό, ή σαν μια απλή, καθημερινή διεκπεραίωση. Κι εδώ είναι που η ταινία αποκτά και μια άλλη διάσταση. Με τον Σκορσέζε να στρέφεται σε ένα καθαρά, και σε βάθος, ρεαλιστικό στιλ, περισσότερο κοντά σ’ εκείνο των Ιταλών σκηνοθετών, που ασχολήθηκαν με το θέμα της μαφίας, ιδιαίτερα εκείνο του Φραντσέσκο Ρόζι (στο νου έρχεται ο «Σαλβατόρε Τζουλιάνο» και ο «Λάκι Λουτσιάνο») παρά στο οπερατικό στιλ του Κόπολα στην τριλογία του «Νονού».

Με τον αφηγηματικό της τρόπο, καθώς κι εκείνο της λειτουργίας της σύγχρονης μαφίας, μια μαφίας από «συνηθισμένους» ανθρώπους (χωρίς τους σκληρούς, σαδιστές, αιμοδιψείς κακούς των παλιότερων ταινιών), ανθρώπους που απολαμβάνουν την καθημερινή οικογενειακή ζωή, με τις γυναίκες, τα παιδιά και τους συγγενείς τους, η ταινία είναι και ένα έμμεσο σχόλιο πάνω στη λειτουργία της ίδιας της αμερικανικής κοινωνίας, των μεγάλων εταιριών και των όλων εκείνων που κινούν (και ελέγχουν) τα νήματα της εξουσίας. Ένας μικρόκοσμος της κοινωνίας όπου το έγκλημα (με τις διάφορες μορφές του) είναι καθημερινό και συνηθισμένο, με άλλα λόγια αποδεκτό από το σύστημα που διοργανώνει και ελέγχει τα δικά του, διαφορετικά αν και το ίδιο φριχτά και σε μεγαλύτερη κλίμακα, εγκλήματα, ενώ, ταυτόχρονα, αποδέχεται και την ύπαρξη του οργανωμένου εγκλήματος.

Με τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο, άλλοτε σε σημερινή ηλικία (ό ίδιος είναι 76 χρονών) και άλλοτε σε νεαρότερη (χάρη στην από-γήρανση της νέας τεχνολογίας) να δίνει μια από τις πιο συγκρατημένες, άρτια ελεγχόμενες, ερμηνείες του, υποβάλλοντας με λεπτότητα τις διάφορες πλευρές του χαρακτήρα του: ανθρώπου συγκρατημένου, είδος ψύχραιμου παρατηρητή, , που από τη μια αντιμετωπίζει τα πάντα, ιδιαίτερα τους φόνους, σαν απλές συνηθισμένες αναθέσεις, χωρίς καμιά δεύτερη σκέψη ή ενοχές για τις πράξεις του, αντίθετα με το θέμα της φιλίας, ιδιαίτερα εκείνη που τον ένωνε με τον Χόφα και τις ενοχές που αισθάνεται με τον τρόπο που αντιμετώπισε τη γυναίκα του μετά τη δολοφονία του συζύγου της. Ερμηνεία που δένει αρμονικά τόσο μ’ εκείνη του Τζο Πέσι, εξαίρετου στο ρόλο του μέντορα και υπεύθυνου για τον έλεγχο και τη συνεργασία ανάμεσα στους διάφορους νονούς, όσο κι εκείνη του Αλ Πατσίνο, στο ρόλο του παθιασμένου ηγέτη των συνδικάτων, που, όπως και οι πολιτικοί ηγέτες, παρασύρει τα πλήθη των ακολούθων του με τον ενθουσιασμό, τις εξάρσεις και τις υποσχέσεις του.


Νίνος Φενέκ Μικελίδης

Η κριτική της ταινίας δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr