Η νέα εκδοχή της φουτουριστικής, οικολογικής αλληγορικής περιπέτειας επιστημονικής φαντασίας, «Dune» του Φρανκ Χέρμπερτ (εκτός συναγωνισμού), από τον Καναδό Ντενί Βιλνέβ (Dune Part I, όπως είναι ο νέος τίτλος της), ύστερα από την όχι πάντα πειστική αν και εικαστικά γεμάτη ωραία αλά-Ντέιβιντ Λιντς ευρήματα και εξαιρετική χρήση των χρωμάτων, μεταφορά του, το 1984 από τον Ντέιβιντ Λιντς, εστιάζει, και πολύ καλά κάνει, στις εντυπωσιακές, δοσμένες με τέλεια ειδικά εφέ, περιπέτειες του νεαρού Μεσσία, Πολ Ατρείδη (η τραγωδία των Ατρειδών ήταν στη σκέψη του συγγραφέα), στον αγώνα του να σώσει τον βουτηγμένο στην άμμο πλανήτη Αράκι (που σημαίνει Dune στη γλώσσα της αυτόχθονες φυλής των Φρέμεν) από θανατηφόρες χορδές μιας Αυτοκρατορίας που θέλει να εξοντώσει τους κατοίκους του πλανήτη και τους υπερασπιστές τους και να εκμεταλλευτούν το πανάκριβο ναρκωτικό του, γνωστό ως spice, το οποίο επιμυκαίνει τη ζωή και κάνει δυνατά τα διαστημικά ταξίδια.

 

Η σειρά των βιβλίων του Dune άρχισε να γράφεται σε συνέχειες το 1963, στο περιοδικό επιστημονικής φαντασίας Analog, κι είναι μόνο δυο χρόνια αργότερα που εκδόθηκε σε κανονικό και τόσο αυτό όσο και τα σίκουελ είχαν τεράστια εκδοτική επιτυχία, ξεπερνώντας τα πρώτα τους χρόνια τα 15 εκατομμύρια. Και είναι υπέρ του σκηνοθέτη που επέλεξε το πρώτο μέρος των βιβλίων για να αφηγηθεί τη συναρπαστική αυτή περιπέτεια – προετοιμάζοντας μας για το σίκουελ.

Όλα τα κύρια πρόσωπα και τέρατα του βιβλίου παίρνουν την αντίστοιχη, με, όταν χρειάζεται, εντυπωσιακά πάντα εφέ, μορφή τους, με επικεφαλής τον φρικτό, σαδιστικό Βαρώνο, με ένα ημι-αιλουροειδές σώμα που αιωρείται πάνω από τραπέζια και αντικείμενα. Επικίνδυνοι στρατιωτικοί, προδότες, μάγοι και Πυθίες, κινούνται στους διάφορους πλανήτες ενός μακρινού μέλλοντος (βρισκόμαστε στο έτος 10,191), όπου εκτυλίσσεται η γαλακτική περιπέτεια.

Σε αντίθεση με την σε αποσύνθεση ατμόσφαιρα της ταινίας του Λιντς, ο Βιλνέβ «Η άφιξη», «Blade Runner 2049») επιλέγει μια πιο φωτεινή, αλά-Star Wars ατμόσφαιρα, όπου η δράση και τα εφέ (όπως τα γιγαντιαία σκουλήκια που βγαίνουν κάθε τόσο μέσα από την άμμο για να καταβροχθίσουν ανθρώπους και αντικείμενα) έχουν κάτι από το ρυθμό και την ομορφιά των παλιών κινηματογραφικών σίριαλ. Ξεχωριστή αναφορά αξίζει να κάνω στους ηθοποιούς, με επικεφαλής τον Τιμοτέ Σαλαμέτ στο ρόλο του Πολ Ατρείδη, τον Όσκαρ Άιζακ (ο Δούκας και πατέρας του Πολ), τη Ρεμπέκα Φέργκιουσον (Τζέσικα), τον Χαβιέ Μπαρντέμ (Στιλγκαρ), τον Στέλαν Σκάρσγκαρντ (Βαρώνος Βλαντιμίρ Χαρκόνεν), τον Τζός Μπρόλιν (Γκάρνεϊ) και τη Σάρον Ντάνκαν-Μπρούστερ (ο οικολόγος Λιντ Κάνιε).

Νίνος Φενέκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr