Η ταινία αρχίζει με μια σύντομη ειδυλλιακή σκηνή του Γιούχα με τη γυναίκα και τη μικρή τους κόρη στο σπίτι τους κοντά στη λίμνη. Στις επόμενες όμως εικόνες η ατμόσφαιρα αλλάζει με τον Γιούχα να προσπαθεί απελπισμένα, και με κίνδυνο της δικής του ζωής, να σώσει τη γυναίκα του που έχει πνιγεί στη λίμνη πιασμένη σ’ ένα δίχτυ στο βυθό – σκηνές πρέπει να πω που μου θύμισαν τη σκηνή του πνιγμού της Σέλεϊ Γουίντερς στη «Νύχτα του κυνηγού» του Τσαρλς Λότον.

Αμέσως μετά, μεταφερόμαστε δέκα χρόνια αργότερα, όταν ο καρδιολόγος, όπως ανακαλύπτουμε τώρα, Γιούχα που η απώλεια της γυναίκας του εξακολουθεί να τον στοιχειώνει, απομονώνεται ολοένα και περισσότερο από τους γύρω του, μαζί και την έφηβη κόρη του, Έλι.

1077 1

Μια μέρα, στην περιπλάνησή του, έχοντας παρακολουθήσει τη διάτρηση της γλώσσας της 16χρονης Έλι, η οποία υποδέχεται τα γενέθλια και την ενηλικίωσή της με δαχτυλίδι στο στόμα, ο Γιούχα μπαίνει τυχαία στο υπόγειο εργαστήρι όπου η φυσικοθεραπεύτρια Μόνα, εργάζεται περιστασιακά ως αφέντρα/dominatrix (μια πολύ καλή Κρίστα Κοσόνεν, γνωστή μας από τον «Blade Runner 2049»), η οποία, πιστεύοντας πως είναι πελάτης της, τον δένει και τον υποβάλλει στις διάφορες διαστροφικές ερωτικές απολαύσεις, μαζί και στραγγαλισμό.

Ιδιαίτερα οι σκηνές του στραγγαλισμού θα βοηθήσουν τον απελπισμένο Γιούχα να καταδυθεί σ’ ένα είδος εφιάλτη, ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, με εικόνες από τον πνιγμό της γυναίκας του και τον ίδιο να βουλιάζει μαζί της στο βυθό, εικόνες γι’ αυτόν απελευθερωτικές, που τον κάνουν να αρχίσει να επιστρέφει στο υπόγειο της Μόνας για περισσότερες, πιο δυνατές και ανεξέλεγκτες εμπειρίες, όπου δεμένος και περπατώντας στα τέσσερα («ο σκύλος που δεν φοράει παντελόνια», όπως τον αποκαλεί η αφέντρα του), υποκύπτει στην πειθαρχία, την κυριαρχία και την υποταγή ενός παιχνιδιού που γίνεται ολοένα και πιο επικίνδυνο.

Κάποια στιγμή όμως η εφιαλτική αυτή, που τον οδηγεί ολοένα και πιο κοντά στο θάνατο, κατάσταση ανατρέπεται, όταν η σχέση του με τη Μόνα, η οποία μέχρι τότε έδειχνε να απολαμβάνει τη θεραπευτική για τον Γιούχα αποστολή της («δεν με ενδιαφέρουν τα συνηθισμένα πράγματα», θα πει κάποια στιγμή), αρχίζει να μετατρέπεται σε αληθινό έρωτα, με τον Γιούχα να βρίσκει την αναμενόμενη απελευθέρωση μέσα από τις προσωπικές ερωτικές του απολαύσεις και να μπορέσει τελικά να γίνει ένας πονετικός πατέρας κι ένας ικανοποιημένος εραστής.

1077 5

Όπως καταλαβαίνει, από πολύ νωρίς, κανείς, η διείσδυση αυτή του ήρωα στον κόσμο των διαστροφικού έρωτα δεν έχει κανένα ερεθιστικό σκοπό αλλά για να εξετάσει, όσο πιο διεξοδικά το χαρακτήρα του μπερδεμένου πρωταγωνιστή του, που χρειάζεται να φτάσει στα άκρα για να μπορέσει τελικά να λειτουργήσει ως ένα ανθρώπινο, λογικό ον.

Με σκηνές δοσμένες συχνά με ευαισθησία, ιδιαίτερα στην όλη αντιμετώπιση του τραυματισμένου ψυχικά ήρωα, διανθισμένες κάπου-κάπου και με χιούμορ (στις σκηνές όταν ο Γιούχα, στον οποίο έχει σταματήσει να απαντά η Μόνα, αναγκάζεται να κάνει έρωτα με μια συνηθισμένη πόρνη, η οποία δεν ξέρει πώς να τον αντιμετωπίσει), με μια φωτογραφία που χρησιμοποιεί τους χώρους για να τονίσει την αλλόκοτη ατμόσφαιρα της ταινίας (ιδιαίτερα εκείνους στο πλημμυρισμένο με φωτισμούς neon υπόγειο) και με εξαιρετικές ερμηνείες, ιδιαίτερα από τον Πέκα Στρανγκ, που δίνει με ξεχωριστή δύναμη όλες τις πλευρές του αρρωστημένου, απελπισμένου, υποταγμένου στα σεξουαλικά βίτσια που απαιτεί από την αφέντρα του και έτοιμου να δεχτεί ακόμη και το θάνατο, Γιούχα, ο Βαλκεαπάα κατάφερε να μας δώσει μια, συγκλονιστική, πάντα ανθρώπινη, εικόνα της αναγέννησης, μαζί και λύτρωσης, ενός ψυχικά τραυματισμένου ανθρώπου.

Νίνος Φενέκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr