• Facebook Page: 285868921532586
  • Twitter: pekkgram
  • YouTube: pekkgram

Θεόδωρος Αγγελόπουλος: Η μνήμη, η προοπτική και ο ομιχλώδης τόπος του

Το έργο του ως μη θριαμβολογία και ως αναγκαιότητα

Θεόδωρος Αγγελόπουλος. Μονογραφίες, άρθρα, διπλωματικές σε σχολές –σε σχολές πέραν του κινηματογράφου-, νέοι άνθρωποι που βρίσκουν μαγεία και στοχαστική δύναμη μέσα στο έργο του –γιατί λείπει προφανώς μια τέτοια δυναμική στην καθημερινότητα τους- ακόμη και εχθροί του, αντίπαλοι του στην ιδεολογική, ηθική και αισθητική αρένα τον εξήραν. Ένας σκηνοθέτης που κατάφερε μέσα στα χρόνια να ασχοληθούν οι πάντες μαζί του. Με αυτούς τους τελευταίους –τους κόλακες- δεν χρειάζεται να ασχοληθούμε περαιτέρω. Άλλωστε ούτε ο ίδιος θα το περηφανευόταν και ούτε το ίδιο το έργο του δεν τους αγγίζει διότι δεν τους αφορά.

Λογικό μοιάζει καθώς η ελληνική ιστορία στο σινεμά του Αγγελόπουλου επιστρέφει αντισυμβατικά –με την έννοια του «αντί» στην επίσημη γραμμή της ιστορίας- και ίσως εκδικήτρα. Αμπάριζα παίρνει τέλος και τα όποια βραβεία, τις βραβεύσεις, τις τιμές και τους λόγους που δυστυχώς μοιάζουν πάντα «μνημοσυνιακοί», πράγμα που δυστυχώς δεν μπορώ και δεν θέλω να κάνω και αν πέσω σε αυτό το παράπτωμα, παρακαλώ συγχωρήστε με. Άλλωστε δεν είναι κάτι σπουδαίο, δεν είναι καν ωραίο να αποτελεί προϋπόθεση η φυσική και καλλιτεχνική απουσία ενός καλλιτέχνη για να βρίσκουμε τον χρόνο να τονίζουμε από καθέδρας το έργο του. Ενδιαφέρον στην τελική είναι να μπορεί να συνεχίζει να επικοινωνεί με το έργο του. Τώρα δυστυχώς αυτό που έμεινε είναι μια φέτα ζωής, μια φέτα κληρονομιάς που πάνω της μπορούμε να πέσουμε σαν όρνια να το κατασπαράξουμε τρώγοντας από τις σάρκες του ή σαν σπουργίτια πίνοντας λιγάκι νερό. Με αυτό τον δεύτερο τρόπο –γιατί τον πρώτο τον κανιβαλιστικό για να απομυζήσουν κάποιοι λιγάκι αξία, τον περιμένουμε άλλωστε στις εποχές μας- κάποια στιγμή θα στερέψει. Και στις δυο περιπτώσεις πάντως ή θα μιλάμε αυθαίρετα ή θα αναμασάμε με μπανάλ και σοβαροφανείς εκφράσεις τα τετριμμένα. Λόγια του αέρα δηλαδή.

Σε αυτή την λογική κάθε τι πρόσθετο για το έργο του ενέχει ευθύνη και αυτός είναι ένας επιπλέον λόγος να ξεκαθαρίσω πως δεν αξιώνω κάποια σπουδαιοφάνεια μήτε ακαδημαϊκότητα. Ό,τι λέω αποτελεί αποκλειστικά δική μου άποψη, υποκειμενική –όσο είναι δυνατόν αυτό μιας και οτιδήποτε λέγεται έχει κάπου μια πρωτύτερη αναφορά σε άλλους και σε άλλα πράγματα-. Για να αποφύγω την όποια αυθαιρεσία θα στηριχθώ στον Βασίλη Ραφαηλίδη, πράγμα μάλλον αναμενόμενο. Η απόσταση και η ανοικειότητα από το έργο κάποιου δημιουργού ίσως δίνει πιο ψύχραιμα και «αντικειμενικά» συμπεράσματα –συμπεράσματα για papers, σχολές και ακαδημίες- αλλά η τέχνη δεν έχει πάντοτε ανάγκη μια τέτοια υστεροφημία. Πολύ συχνά είναι καλύτερο και πολύ πιο ουσιαστικό όταν δυο φίλοι «συνομιλούν» –: Καθώς η σκληρή και περιπαιχτική γλώσσα του Ραφαηλίδη συνδέεται αναδεικνύοντας τη ποιητική του Αγγελόπουλου, τότε το παραγόμενο μείγμα μυρίζει μπαρούτι. Κι αυτό δεν είναι αναμενόμενο μα αναγκαίο και ίσως ενοχλητικό.

Ο κάθε σκηνοθέτης μια ταινία κάνει σε όλη του την ζωή

Η τελευταία ταινία του Αγγελόπουλου «Η σκόνη του χρόνου», θα ξεκινήσει με μια μικρή αφήγηση και κάπως έτσι: «Τίποτα δεν τελείωσε, τίποτα δεν τελειώνει. Ξαναγυρίζω σε μια ΙΣΤΟΡΙΑ που άφησα να ΞΕΓΛΙΣΤΡΑΕΙ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ, να χάνει σε ΔΙΑΥΓΕΙΑ από την σκόνη του χρόνου αλλά απρόσμενα κάποια στιγμή να επιστρέφει σαν ΟΝΕΙΡΟ». Ήδη εμπεριέχεται σε αυτές τις λέξεις η συλλογιστική που βρίσκουμε σε όλο του το έργο. «Ο κάθε σκηνοθέτης μια ταινία κάνει σε όλη του την ζωή» έχει ειπωθεί πολύ πετυχημένα. Ο Αγγελόπουλος έχει συμφωνήσει σε αυτό. Κι αυτή η μια ταινία που βλέπουμε να ξετυλίγεται σε κάθε του ταινία είναι που υπερβαίνει την τεχνοκρατική αντίληψη της τέχνης και που καταστεί οποιονδήποτε μάστορα της σε δημιουργό, σε στοχαστή, σε καλλιτέχνη. Ο καλλιτέχνης άλλωστε που σέβεται τον εαυτό του, την τέχνη του και το κοινό, έχει εμμονές –και πολύ καλά κάνει που τις έχει-. Με θάρρος τις εκφράζει. Ακριβώς όπως ο Αγγελόπουλος. Σε όλη του τη πορεία νομίζω πως ασχολείται περισσότερο ή λιγότερο, σε πρώτο επίπεδο ή σε δεύτερο –άλλωστε τα επίπεδα μιας ταινίας έχουν και ένα βαθμό υποκειμενισμού στην πρόσληψη τους αναλόγως του θεατή- με αυτές τις λέξεις κι αυτές κυρίως τις έννοιες: Ιστορία, Παρελθόν, Διαύγεια, Όνειρο. Γι’ αυτό τον λόγο θα μπορούσαμε να πούμε πως οι Μέρες του 36 συνδέονται με μια μόνιμη λεπτή κλωστή με τα τοπία πνιγμένα στην ομίχλη και τελικά με το όνειρο εμπρός και την ιστορία ξωπίσω της να τρέχουν ενώ σφίγγοντας τα χέρια συνεχίζουν να τρέχουν προς την κάμερα και τον θεατή: Εφόσον το δείτε πλέον γίνεται αληθινό, πραγματικό, υπαρκτό, δεν παραμένει ένα ιδεολόγημα μιας ταινίας αλλά μια κατασκευή καινούρια –μια «αναπαράσταση» και ορίστε ο τίτλος της πρώτης του ταινίας- στο νου μας και ως εκ τούτου αξιώνει να γίνει κίνητρο αναζωογόνησης της θέληση μας. Να τρέχουμε προς τα εμπρός, λοιπόν.

«Βλέπω τα πράγματα πάντα σε σύνδεση με ένα παρελθόν και πάντα με μια ιστορική προοπτική» δήλωνε ο ίδιος. Στο «Τοπίο στην Ομίχλη» ο πρωταγωνιστής Ορέστης λέει παρομοίως: «Δεν βλέπετε πίσω από την ομίχλη, πίσω μακριά, δεν βλέπετε ένα δέντρο;». Λοιπόν, να το ξεκαθαρίσουμε: Ο Αγγελόπουλος δεν είναι διόλου προσκολλημένος στο παρελθόν. Δεν είναι παλιομοδίτης. Το χθες για αυτόν είναι μια αναφορά, ένα σχήμα για να διασπάσει την ομίχλη του, να μορφοποιήσει το άμορφο, το θολό και διφορούμενο που κατοικεί στην μνήμη μας, να στεριώσει μια διαύγεια από όλα τα στοιχεία του και να καταστήσει και πάλι ανοιχτές τις πόρτες για το τώρα και το αύριο. Δημιουργεί το έδαφος για να υπάρξει υπαρκτός, ορατός και αυθεντικός ένας εκ νέου «τόπος» για να εγγραφεί μια νέα ελληνική ιστορία ισότιμη και εφάμιλλη σε αξία, δυναμική και ποιότητα με την χθεσινή. Λυτρωμένη ταυτόχρονα από το φορτίο της ατομικής και συλλογικής μνήμης. Η μνήμη παραμένει όχι ως φορτίο μα ως αναφορά.       

«Σκόρπιοι άνθρωποι μέσα στο ψιλοβρόχι»: ο κινηματογράφος στο δια ταύτα

Αλλά όταν λέμε Αγγελόπουλος και Αγγελόπουλος, τι εννοούμε; Για τον ίδιο δικαιούνται να μιλήσουν οι οικείοι του, οι φίλοι του, οι συνεργάτες του και μέρος μιας ανεκδοτολογίας κανείς που σέβεται τον εαυτό του δεν θέλει να είναι. Ξεπερνάμε λοιπόν οποιαδήποτε κενή θριαμβολογία –θριαμβολογίες που ευρέως υπάρχουν στην τέχνη και παρασιτούν κάνοντας μονάχα κακό στο καλλιτεχνικό έργο- και δηλώνουμε πως θα μιλήσουμε για ταινίες: Κάθε ταινία λοιπόν είναι οι χαρακτήρες της και η θέση τους στον χώρο και τον χρόνο της ιστορίας που βλέπουμε στην οθόνη.

Οι χαρακτήρες του Αγγελόπουλου είναι άνθρωποι που στέκονται σαν αγάλματα μετέωρα μέσα στο χώρο και μέσα στον χρόνο. Κοιτάζουν καχύποπτα εμπρός τους το κάθε βήμα. Δεν βρίσκονται παντελώς εντός του κόσμου μα και μήτε πλήρως αποξενωμένοι. Οι χαρακτήρες του Αγγελόπουλου είναι «σκόρπιοι άνθρωποι μέσα στο ψιλοβρόχι» όπως έχει ειπωθεί. Είναι πάντοτε αβέβαιοι ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν, στην μνήμη και στην απόρριψη της ή την αποδοχή της (δηλαδή στην διαχείριση της). Μετέωροι στον εσωτερικό κόσμο τους και την έκφραση τους προς τα έξω. Στον εσωτερικό κόσμο τους όσο και στον εξωτερικό παράγοντα που επιδρά πάνω τους και τους επηρεάζει. Στο εδώ και στο εκεί. Στην παρουσία και στο επέκεινα. Σε ένα τρένο που τους ταξιδεύει. Μετέωροι ανάμεσα στην σιωπή και την κραυγή, ανάμεσα στην ματαιότητα και στο βλέμμα ενός μικρού παιδιού. Μετέωροι στον τόπο τους μα ταυτόχρονα τιμητές του, εραστές του καθώς προσπαθούν να παραμείνουν ριζωμένοι πάντοτε πάνω του. (Μια σισύφεια προσπάθεια ίσως. Αλλά και ποια προσπάθεια δεν είναι; Αυτή είναι άλλωστε και η γοητεία του να αγωνίζεσαι.) Γνωρίζουν την ιστορική τους θέση. Τρίβονται με την κοινωνική κατάσταση. Μοιάζουν πάντα έτοιμοι –ευθυτενείς αλλά όχι στυλιζαρισμένα αγέρωχοι, δηλαδή μη-άνθρωποι- μεταπλασμένοι στην όραση μας και την σκέψη μας σε υποκείμενα θαυμασμού και ταύτισης για αυτόν ακριβώς τον λόγο. Υπερβαίνουν την μιζέρια πλήρως δίχως όμως να αρνούνται ταυτόχρονα την ευαισθησία. Λεπτή η ισορροπία. Εκεί σηκώνεται και χορεύει ο Κατράκης εκεί καίει άμα λάχει και το καλύβι του.

Οι χαρακτήρες του είναι πάντοτε σιωπηλοί. Όπως ακριβώς η μνήμη που είναι σιωπηρή μέχρι να εκφραστεί ως στοχασμός ή ως έκρηξη. Δεν φλυαρούν. Η σιωπή λοιπόν των χαρακτήρων έχει μια λειτουργία: Να προσθέσει Ο ΘΕΑΤΗΣ τα λόγια που δεν λέγονται, να νοηματοδοτήσει ΑΥΤΟΣ τις πράξεις των χαρακτήρων, να προσθέσει ΑΥΤΟΣ γλώσσα στις εκφράσεις και τις σιωπές τους. Έτσι η κάθε του ταινία είναι η βάση, η ημερήσια διάταξη ας πούμε, για επικοινωνία, για συλλογισμό, για στοχασμό, για κουβέντα με τον θεατή. Σεβασμός προς το κοινό, δηλαδή. Αυτή η διαλεκτική σχέση ταινίας – κοινού (αυτή η αλληλοτροφοδότηση) φτάνει πάντοτε κάποια στιγμή στο πλήρωμα: να υπάρξει μια τρίτη από κοινού αντίληψη για το ζητούμενο που η ταινία μελετάει. Εκεί, πράγματι, στην πλήρωση, εισέρχονται την κατάλληλη στιγμή τα μαγευτικά πλάνα που ανοίγουν και συμπεριλαμβάνουν και εμάς μέσα τους με την θλιμμένη μουσική της Καραίνδρου που έχει τόσο σχετιστεί μαζί του.

Οι χαρακτήρες του Αγγελόπουλου δεν είναι κάποιες προσωπικότητες –προφανώς αδιαφορεί για αυτές που λέμε «ιστορικές» -, αλλά δεν είναι καν κάποιοι με όνομα «τάδε» που τους φορτώνεται μια πλοκή και ένα σεναριακό δράμα στην πλάτη και μπαινοβγαίνουν στα πλάνα μέχρι να έρθει το THE END. Ο Αγγελόπουλος συγκροτεί χαρακτήρες. Χαρακτήρες που θα αποτελούν για τον θεατή φορείς ιδεών. «Ο Ορέστης αντιπροσωπεύει περισσότερο μια ιδέα παρά ένα πρόσωπο, την ιδέα της επανάστασης» θα δηλώσει ο ίδιος για τον χαρακτήρα του «Θιάσου». Άρα εξαρχής ο Αγγελόπουλος βλέπει στο σινεμά ένα πολύτιμο και ιδεατό εργαλείο για να προωθήσει ιδέες και εκτός αυτού ιδέες επαναστατικές. Ίσως στενοχωρεί ή τρομάζει μερικούς αυτή η λέξη. Ο Μπουνιουέλ δήλωνε για κάποιους που θαύμαζαν τον Ανδαλουσιανό του σκύλο: «Τι μπορώ να κάνω για αυτούς τους ανθρώπους που λατρεύουν οτιδήποτε μοντέρνο, ακόμα και όταν είναι ενάντια στις βαθύτερες πεποιθήσεις τους;». Ας είναι έτσι: Ο καθείς και το δικαίωμα του να παρεκτρέπεται κατά συνθήκη ή κατά περίσταση. Δεν μπορώ να ξέρω αν και πόσο λάτρεψαν τους «Κυνηγούς», αυτοί που ανήκουν στην άλλη πλευρά της ιστορίας και έχουν μνήμη επιλεκτική. Μια άλλου τύπου μνήμη –μιας και μιλάμε με αυτό το κείμενο και για την μνήμη- που μαζί της δεν ασχολήθηκε ποτέ του ο Αγγελόπουλος γιατί προφανώς έχει την πρωτοκαθεδρία σε αυτό η εκπαίδευση, η γεωπολιτική, το επίσημο κράτος και η θρησκεία. Η τέχνη είναι πέρα και πάνω από αυτά. Ή τουλάχιστον οφείλει.

Η ιστορικότητα, η διάρκεια και η συλλογική μνήμη

Οι χαρακτήρες του Αγγελόπουλου έχουν μια ουσιαστική και πιο συγκεκριμένη λειτουργία, λοιπόν, ως φορείς ιδεών: είναι φορείς ΣΥΛΛΟΓΙΚΗΣ μνήμης. (Η μνήμη άλλωστε είναι αναπαράσταση της Ιστορίας. Ο κινηματογράφος αναπαράσταση και των δύο). Φορείς ύπαρξης της και συντήρησης της. Το ανθρώπινο μυαλό ουδέποτε λειτουργεί παρανοϊκά. Οτιδήποτε σκεφτόμαστε άλλωστε, κάποτε πρέπει να υπήρξε και όσο το σκεφτόμαστε (και ειδικά όσο το επικοινωνούμε, όσο το αφηγούμαστε) συνεχίζει να υπάρχει και εκτός του νου μας. Ο συλλογικός νους της κοινωνίας μας, επιπλέον, που έζησε τον 20ο αιώνα μέσα από την πιο ηρωική και τραγική της μορφή, είναι μόνιμα παρόν κάπου έξω και έτοιμος προς αφήγηση, προς κινηματογράφιση. Περιμένει. Ο Αγγελόπουλος ήταν ο πλέον τυχερός και ο πλέον άξιος να διαλέξει το ΠΟΙΟ, να επιλέξει το ΤΙ και να μεταφέρει τον ΠΙΟ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΑΝΘΟ της συλλογικής μας μνήμης οπτικά εδώ μπροστά μας. Δηλαδή το κυρίαρχο, το καθοριστικό. Νιώθουμε έκπληκτοι λοιπόν και κυρίως ευγνώμονες γιατί μας την υπενθυμίζει και μας την επανασυνδέει στον καθένα από εμάς. Χαρακτήρες φορείς της ΔΙΚΗΣ ΜΑΣ μνήμης λοιπόν. Έτσι συνδεδεμένοι μαζί τους (με τους χαρακτήρες) και μαζί της (με την συλλογική μνήμη), συνθέτουμε σε μια ενιαία ολότητα την ιστορία του αιώνα μας, την μνήμη μας για αυτή και με αναφορά πάντοτε στην πραγματικότητα του σήμερα -αυτή που αναγνωρίζουμε και ζούμε καθημερινά-. Η ταινίες του μας επαναφέρουν στην διαλεκτική. Μας δομούν ξανά την θρυμματισμένη ενότητα σκέψης μας.

Ο Αγγελόπουλος αναζητά την ιστορικότητα της κάθε στιγμής, του κάθε γεγονότος του παρελθόντος. Η μέθοδος τοποθέτησης της ιστορία στις ταινίες του είναι μέθοδος συντήρησης όχι των απόνερων αλλά μονάχα της σημασίας τους. Ο χρόνος μεταλλάσσεται, συμπυκνώνεται, αλματώνεται κρατώντας μονάχα (και ακλόνητα) την διάρκεια, μονάχα την ποιότητα. «Πιάσε την αστραπή στο δρόμο σου, άνθρωπε, δώσε της διάρκεια, μπορείς!». έγραφε ο Ελύτης. Έτσι ακριβώς χειρίζεται την ιστορία ο Αγγελόπουλος, χειρισμός που έχει βαθιά υπαρξιακά χαρακτηριστικά. Η ιστορία δομείται και κινείται στα χέρια των ανθρώπων και ο κάθε άνθρωπος χωριστά σε αυτή την διαδικασία έχει τεράστιες ευθύνες για την συγκράτηση της διάρκειας της και της λάμψης της. Αυτό είναι το «επιβλητικό» στο σινεμά του. Επαναφέρει την δύναμη στους ανθρώπους. Τους δίνει ξανά την «φωτιά».  

Η μνήμη του χθες, η προσδοκία του αύριο και η δύναμη του σινεμά

Τι είναι μνήμη όμως; Είναι μονάχα ένας όρος που υποδηλώνει ή έγκειται αποκλειστικά ως έκφραση του παρελθόντος; Ή θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε με τον όρο «μνήμη» τα γεγονότα που προσδοκούμε να συμβούν; Αυτών που θέλουμε και θα προσπαθήσουμε να έρθουν; Αυτών που μόλις έλθουν, θα παρέλθουν και θα μετατραπούν εκ νέου σε μνήμη και αναφορά, σε σταθερά και ούτε κάθ’ εξής; Την μνήμη μήπως θα μπορούσαμε να την νοήσουμε, λοιπόν, και σαν μια νοσταλγία του μέλλοντος;

Μνήμη και όνειρο (δηλαδή όραμα, στόχος) είναι δυο αδέλφια που περιγράφουν το ίδιο ακριβώς πράγμα: την εξιδανίκευση των προσδοκιών μας.Είτε περασμένων και ίσως μη πετυχημένων, είτε μελλοντικών και δυνητικά νικηφόρων. Ο Chris Marker, Γάλλος στοχαστής και σημαντικότατος σκηνοθέτης της εποχής της Nouvelle Vague και της αριστερής όχθης του Γαλλικού σινεμά, δήλωνε κάπως σχετικά: «Μόνο το πέρασμα του χρόνου αναδεικνύει κάποιες στιγμές σε μνήμες». Όσο ο χρόνος περνάει λοιπόν, κάθε ενέργεια μας –ειδικότερα αυτές που εγγράφονται λόγω της σημαντικότητας του ως ιστορικές, που ενέχουν συλλογικό φορτίο δηλαδή- ερμηνεύεται με βάση το παρόν μας. Τα γεγονότα μετατρέπονται σε μνήμες σκαλισμένες και αφηγημένες στο νου μας, σκαλισμένες και αφηγημένες σε έργα τέχνης και σε δοκίμια, σκαλισμένες και αφηγημένες εν τέλει και στην ανθρώπινη ιστορία την ίδια. Τότε είναι που παραμένουν απρόσβλητες στον χρόνο. Σε κάθε επόμενο αυριανό παρόν, είναι εκεί μαζί μας. Άχρονες δηλαδή. Βρίσκονται παντού. Και στο χθες και στο σήμερα και στο αύριο. Μετατρέπονται σε όνειρα για το μέλλον. Άλλωστε οι μνήμες διαστέλλουν τον χρόνο κατά πώς τους βολεύει και αυτό είναι μια φυσική ελευθερία που κανένα κράτος και κανένας νόμος δεν δύναται να σταματήσει. Το ίδιο και ο κινηματογράφος του Αγγελόπουλου. Ο χρόνος διαστέλλεται πολύ εύστοχα στα πασίγνωστα μονοπλάνα του. Απελευθερωμένο ως εκ τούτου σινεμά. Απρόσβλητες στον χρόνο λοιπόν, πάντοτε υπαρκτές και με υλική υπόσταση, -να εδώ στον κινηματογράφο για παράδειγμα, όλη η ιστορία του λαού μας είναι παρούσα, απτή και σε εξέλιξη-. «Τα οράματα, λοιπόν, δεν στραγγαλίζονται» όπως έλεγε ο Ραφαηλίδης, όσο ο άνθρωπος συνεχίζει να υπάρχει και δεν έχει ολωσδιόλου πολτοποιηθεί συνειδησιακά –αν δηλαδή οι μνήμες μας δεν βάλλονται κατά συστημική παραγγελία αλλοιώνοντας τες- ή δεν έχει πολτοποιηθεί σωματικά: όταν η ανθρωπότητα θα αποτελεί ένα τεράστιο νεκροταφείο όπου την θρηνούμε –όπως ακριβώς ο Keitel στο «Βλέμμα του Οδυσσέα» θρηνεί το σώμα της ζωής μπρος στα συντρίμμια-…

Το σινεμά θα τολμούσα να πω πως είναι η αναπαράσταση της μνήμης σε απόλυτο βαθμό –και όχι απλώς μια πειραματική προσομοίωση της-. Στην «Σκόνη του χρόνου» όπως και στο «Βλέμμα του Οδυσσέα» -όπως και σχεδόν σε όλες του τις ταινίες- το σινεμά εμπεριέχεται στην πλοκή του. Η μνήμη είναι μια μεταφορά του να κοιτάζεις ένα φιλμ. Η ιστορία είναι καταγεγραμμένη πάνω του. Η κάμερα είναι ένας παγκόσμιος και αδιαμεσολάβητος νους, ένα συναίσθημα που συγκρατεί την μνήμη για να αναστείλει την λήθη που της επιφέρει ο χρόνος. Ένα κινηματογραφικό έργο συντηρεί τις ιδέες, τις σκέψεις, τις θέσεις του δημιουργού του στους αιώνες. Τα φιλμ του Αγγελόπουλου για παράδειγμα από την στιγμή που εμφανίστηκαν και προβλήθηκαν έκαναν υπαρκτές τις απόψεις του και τις αγωνίες του και τις δώσανε μια δυναμική. Να ανασαίνουν για πολύ καιρό μπροστά. Επιπροσθέτως πέραν ότι τις κάνει υπαρκτές, το σινεμά ΣΥΜΠΛΗΡΩΝΕΙ τις μνήμες μας. Μετατρέπει προοδευτικά, σιγά σιγά δηλαδή, τις ατομικές μνήμες σε συλλογικές. Και ανάστροφα. Ας σκεφτούμε λοιπόν ένα σχήμα: Μνήμη, ιστορία, ιδέες του δημιουργού. Το σινεμά είναι το χωνευτήρι αυτών και λειτουργεί ως μια νέα (και ίσως τελική) ενιαία τοποθέτηση πάνω σε αυτά. Και η λειτουργική του αξία είναι τεράστια γιατί επιδρά άμεσα στην πολιτισμικότητα μας ως ελληνικού λαού.

Η λαϊκότητα και η ελληνικότητα του Αγγελόπουλου

Οι χαρακτήρες του Αγγελόπουλου δεν τοποθετούνται σε μια συγκεκριμένη κοινωνική βαθμίδα, ανώτερη ή κατώτερη. Έχει ερμηνευτεί πως στις ταινίες του, οι χαρακτήρες του είναι κυρίως διανοούμενοι. Δεν θα συμφωνήσω με κάτι τόσο απλοϊκό. Μνήμη και δικαίωμα στοχασμού πάνω σε αυτή, και γενικότερα πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη δεν είναι προνόμιο των διανοούμενων. Κι αν συμβαίνει κάτι τέτοιο πρέπει να το αναθεωρήσουμε. Αυτός ο διαχωρισμός μοιάζει επίπλαστος και κυρίως επιπόλαιος. Η τέχνη είναι μια καθαρά διανοητική και στοχαστική διεργασία, φυσικά. Αυτό μήπως σημαίνει πως αγκαλιάζεται μόνο από τους διανοούμενους; Προφανώς όχι, γιατί πράγματι, κανένας άνθρωπος δεν αρνείται την διανοητική διαδικασία. Απλώς, στο λαό μπαίνουν πολλά εμπόδια να την προσεγγίσει. Αλλά αυτό δεν δηλώνει κάτι. Αν θέλουμε, από την άλλη, για λόγους ευκολίας να κρατήσουμε τούτο το τραγικό σχήμα του διαχωρισμού (διανόηση και λαός) θα πούμε το εξής: Ο καλλιτέχνης έχει ρόλο να διασπά τα εμπόδια που έχουν τεθεί στον θεατή, να τον ανυψώνει μονίμως, να παίρνει από το χεράκι τον απαίδευτο βήμα το βήμα, αναφορά την αναφορά, στοχασμό τον στοχασμό και όχι να πέφτει ο καλλιτέχνης στο επίπεδο να συλλαβίζει ξανά από την αρχή. Ο Αγγελόπουλος λοιπόν καταρρίπτει defacto αυτό το διαχωριστικό σχήμα. Οι «διανοητές» στις ταινίες του είναι φορείς ανθρώπινων και πολιτισμικών αναφορών του λαού και όχι του σαλονιού. Οι «διανοητές» είναι ο εν δυνάμει λαός μας. Γι’ αυτό και οι ταινίες του δεν μπερδεύουν ασυλλόγιστα, δεν μιλούν αυθαίρετα, δεν απομονώνονται ελιτίστικα, λειτουργούν περισσότερο ή λιγότερο σε όλους. Έτσι οι χαρακτήρες του θα μπορούσαμε να πούμε πως ανήκουν σε μία μοναδική κοινωνική βαθμίδα: του επαναστάτη. Σε αυτούς δηλαδή που τους αφορά αλλά και παράλληλα μπορούν να σηκώσουν στην πλάτη και στις εκφράσεις τους την ιστορία, τη μνήμη και τις προσδοκίες του λαού.

Ο Αγγελόπουλος ήταν και είναι σπόρος του λαού. Και ο ίδιος δεν ήταν αγνώμων προς αυτό. Κύριο μέλημα του –άξια θαυμασμού, η ειλικρίνεια του- είναι η ένδειξη σεβασμού προς αυτόν. Τον γιόρταζε, τον ανεδείκνυε, τον αγαπούσε. Αποτέλεσε και αποτελεί τον βιογράφο όχι μιας ηγετικής προσωπικότητας αλλά θα τολμήσω να πω βιογράφος του λαού –και δίχως να του προσδώσει ηγετικά χαρακτηριστικά (άλλη μια δημοκρατική και επαναστατική πράξη εκ μέρους του)-. Ο Αγγελόπουλος μας ψήλωσε δίχως να εξωραΐσει την πραγματικότητα μας, τις πίκρες μας, τις ανέχειες και τις μικρότητες μας. Μας εξήρε ως έναν ενιαίο λαό που δικαιούται να γιορτάζει την υπεροχή του σε ηθική. Να την γιορτάζει μπρος στο μπόι της ιστορίας. «Αποκατέστησε την ιστορία από τον φακό, απελευθέρωσε την καταπιεσμένη μνήμη» όπως πολύ εύστοχα έχει ειπωθεί και προσθέτω πως δεν την επέτρεψε να εγκαταλειφθεί ως θυσία στην άρχουσα αντίληψη της ηττοπάθειας, της γκρίνιας και του συμβιβασμού. Αυτή η πράξη το Αγγελόπουλου, είναι πράξη διάσωσης του ανθρώπινου στοιχείου μέσα στον χρόνο. Τέλος «ενεργοποίησε την λαϊκή μνήμη» όπως γράφει ο Βαλούκος. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο λέμε: Πως το σινεμά του μέσω της δυναμικής που προσέδωσε στην μνήμη, αποκατέστησε τον λαό –που όπως ίσως συμπεράναμε ως τώρα είναι ο μοναδικός που κατέχει δικαιωματικά την «μνήμη»- ως μοναδικό φορέα ελληνικότητας. Κανέναν άλλον. Κανέναν εχθρό του που έχει βάλει στόχο την αναθεώρηση της. Δεν είμαστε όλοι ίδιοι, δεν είμαστε όλοι ανεξαιρέτως δικαιούχοι αυτού του τόπου. Ο Αγγελόπουλος είναι συνεπής στο να καταγγέλλει τον αναχρονιστικό λαπά της εθνικής συνείδησης.  

Μια συλλογική ταυτότητα σε ένα συλλογικό τόπο (Η κινηματογραφική απεικόνιση ενός «αντιφολκλόρ» τόπου)

Ο Αγγελόπουλος απέφευγε τα κοντινά πλάνα μη εξατομικεύοντας ρομαντικά το ένα από το όλον και αρέσκοταν στην πανέμορφη αποστασιοποίηση του ανοιχτών και γενικών πλάνων που συμπεριλαμβάνουν σαν συμφωνία τα πάντα μέσα τους. Ο χώρος έτσι ανήκει στους χαρακτήρες του Αγγελόπουλου και κατά συνέπεια ανήκει στον άνθρωπο –εν γένει-. Και αντίστροφα. Αυτή η διαλεκτική αλληλεπίδραση χώρου –ως ιστορικός τόπος κυρίως- και ανθρώπου είναι το απαύγασμα, η ουσία του κινηματογράφου του Αγγελόπουλου. Εκεί έγκειται λοιπόν η αγάπη του για τα μονοπλάνα και τα ανοίγματα του φακού. Στην ανάδειξη του χώρου. Όχι ως αυτοσκοπός, όχι ως μια απλοϊκή γεωγραφία του τόπου αυτού καθ’ αυτού, μα για να συντάξει πάνω του μια γεωγραφία της μνήμης του λαού και της ιστορίας του. Ο τόπος γι’ αυτόν είναι απεικονιστικό εργαλείο γεωγράφισης της συλλογικής μνήμης. Κάθε βήμα, κάθε βλέμμα, κάθε έκφραση, κάθε λιθάρι, κάθε κτίσμα, κάθε ποτάμι, κάθε τρένο, η πάντα παρούσα θάλασσα είναι σχήματα, ιδέες και μνήμες που χαρτογραφούν μια συλλογική ταυτότητα σε ένα συλλογικό τόπο.

Ο Αγγελόπουλος δημιουργεί την εικόνα του ελληνικού χώρου, της ιστορίας του, του λαού και των ανθρώπων του. Προφανές αλλά γιατί αυτό έχει κάποια σημασία; Διότι το ελληνικό σινεμά ήταν πάντα άρρωστο με την ασθένεια του «φολκλόρ». Μια επιδερμική και χυδαία τελικά απεικόνιση (και αναπαράσταση) της ελληνικότητας. Το σινεμά του Αγγελόπουλου (σε συνέχεια ίσως του Κούνδουρου που έβαλε τα πρώτα θεμέλια) είναι μια δημιουργία που εφάπτεται με την παράδοση του τόπου, με την πολιτισμικότητα του λαού μας –βαφτισμένο δηλαδή σε μια πολιτισμική αναφορά: της κουλτούρας μας-. Ο χώρος και ο τόπος, οι άνθρωποι και οι συγκρούσεις του, οι στοχασμοί τους και οι επιστροφές στις μνήμες τους, δεν αναπαρίστανται ως κάτι το ξένο, το αλλόκοτο, το άξιο περιέργειας δηλαδή, δεν είναι σινεμά βουκολικό ή αιγαιοπελαγίτικο, -των γιδοβοσκών, της ταβέρνας, και της κιτς «λαϊκότητας»- αλλά αναπαράσταση με άμεσο ανάφορο στο σύγχρονο λαϊκό πολιτισμό. Είναι η ανάδειξη του πιο βαθύτερου λαϊκού πόνου αλλά και της πιο βαθύτερης ελπίδας του 20ου αιώνα, συνεπώς και του κάθε τύπου αναστοχασμού του σε έργο τέχνης. «Σε αυτόν εδώ τον τόπο των πολλαπλών συγχύσεων, το ελληνικό ιστορικό τοπίο δεν μπορεί παρά να είναι ομιχλώδες» γράφει και πάλι ο Ραφαηλίδης. Θεωρούσε πως ο τίτλος «Τοπίο στην Ομίχλη» είναι το συνεκτικό στοιχείο, η μόνιμη θεματική των ταινιών του. Τοπίο λοιπόν, η Ελλάδα. Ιδιότητα του χώρου η «ομίχλη», όπου κυριαρχεί η δυσκολία να διακρίνεις την αλήθεια, όπου κυριαρχεί η μνήμη σε σύγχυση, η διαστρεβλωμένη ιστορία, η ιστορία ως σύνολο αντικρουόμενων γεγονότων με συνέπειες σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο (και όσον αφορά την ύπαρξη όσο και την συνείδηση). Ο Αγγελόπουλος δεν δείχνει τον ήλιο –εναντιωμένος στο ιστορικό συμβιβασμό της φολκλόρ αυταπάτης και της εθνικής αστειότητας- αλλά κανείς δεν μπορεί να πει πως είναι ψυχρός και κλινικός. Οι χαρακτήρες του -ακριβώς χάριν της αξιοπρέπειας τους- εξωτερικεύουν πράγματι ζεστασιά σε λεπτή απόχρωση: Η κάμερα του Αγγελόπουλου ρίχνει φως, καταγράφει το φως πάνω στην ομίχλη που σιγά σιγά διασπάται.

Ο χώρος επιπροσθέτως κατακτά τα επίπεδα της εθνικότητας και της λαϊκότητας και προφανώς δεν το συγχέουμε με τίποτα το εθνικιστικό. Κάτι τέτοιο θα ήτανε γελοίο. Στους, σε εθνικιστική σύγχυση, συμπατριώτες μας το όνομα του Αγγελόπουλου μάλλον δεν λέει απολύτως τίποτα. Οι παλιότεροι καλύτερα θυμούνται τι έγινε στα πολιτικά ορθώς παρασκήνια των προβολών του «Μετέωρου Βήματος του Πελαργού» και του «Βλέμματος του Οδυσσέα». Οι ακόμα παλιότεροι, στον «Θίασο» και στους «Κυνηγούς». Αναχρονιστές πάντα υπήρχαν και θα υπάρχουν και στόχο είχαν πάντα την αμφισβήτηση της τέχνης ολάκερης μα είναι βράβευση πράγματι να δέχεσαι την κωμική εχθρότητα τους. Ο Αγγελόπουλος άλλωστε ήταν Βαλκάνιος και παγκόσμιος και αυτός ήταν ο λόγος που αγαπούσε ταυτόχρονα και την γη ετούτη και τον λαό που την καλλιεργεί και την σπέρνει με Ιστορία, με μνήμη, με χορό και με φωτιά, υλικά δηλαδή πανομοιότυπα σε κάθε λαό του κόσμου. Υλικά ενάντια στα ήθη της εθνικόφρονας έπαρσης και της συνείδησης τύπου χυλός. 

Ο σύγχρονος ελληνικός κινηματογράφος και ο «αργός» Αγγελόπουλος

Δυο λόγια για την κληρονομιά του Αγγελόπουλου. Θα προσπαθήσω να μην επεκταθώ. Δυστυχώς λοιπόν, το νέο ελληνικό σινεμά δεν θέλει και προφανώς δεν μπορεί να μιλήσει την γλώσσα του, ούτε καν να ψελλίσει κάποιες λέξεις του. Απουσία θέσης και θεώρησης του σινεμά ως μέσου –κάτι που ο Αγγελόπουλος κατείχε απόλυτα γιατί ήταν θεωρητικός πέραν από κινηματογραφιστής-, απουσία (ή παρουσία αλλά σε σύγχυση) κινηματογραφικών ιδεών όπως και κοινωνικών, πολιτικών, ηθικών; Δεν εννοώ πως αναζητώ μόνιμα την προσέγγιση της ιστορικότητας όπως αυτή εκφράζεται στις ταινίες του Αγγελόπουλου (και προφανώς δεν αποζητώ την επανάληψη τους) στις σύγχρονες ταινίες όσο για την σημασία που έδινε ο Αγγελόπουλος στο να κατασκευάζει χαρακτήρες, φορείς ιδεών. Ό,τι αποτελεί διακύβευμα του κάθε σινεμά. Χαρακτήρες που ενέχουν συλλογική υπόσταση. Αντί να γίνει μάθημα μετατράπηκε σε αναφορά προς αποφυγή. Πόσο ανίδεο και κωμικό να μιλούν για τον «αργό» ή και «δύσκολο» Αγγελόπουλο, άνθρωποι που η μοναδική τους αναφορά είναι η σύλληψη της ατομικής, της εξατομικευμένης, της πιο εγωκεντρικά αλλόκοτης –εν είδη «αυθεντικότητας»- ιδέας! Και που αρνούνται την δυναμική που μπορεί να τους χαρίσει μια ολόκληρη συλλογική συνείδηση. Όταν εναντιώνεται κάποιος στην συλλογική ιδέα, θέτει τον εαυτό του έξω από αυτή. Ο Ραφαηλίδης έλεγε πολύ εύστοχα: «Όποιος ξέρει μόνο από κινηματογράφο, δεν ξέρει τελικά τίποτα από κινηματογράφο».

Η μελαγχολία στην τέχνη ως ανθρώπινη αρετή

Ο κάθε άνθρωπος λοιπόν δικαιούται στην μελαγχολία στον σύγχρονο κόσμο της αλλοτρίωσης, της εκμετάλλευσης και της αποκτήνωσης. Δεν είμαστε από πέτρα. Αν και βαθιά μέσα μας έχουμε ίσως αυτή την τελευταία αντίσταση, αυτό το προπύργιο, θωρακισμένο. Κι αυτό το συμπέρασμα είναι προφανές στους χαρακτήρες του Αγγελόπουλου. Οι χαρακτήρες του, εκ πρώτης όψης, μελαγχολικοί με τα βάρος της ιστορίας του 20ου αιώνα πάνω τους δεν αγνοούν και δεν φοβούνται την απόλυτη τριβή μαζί της και τα εμπόδια της. Και το ρίξιμο σε αυτή την άνιση μάχη με την ιστορία είναι πράξη βαθιά επαναστατική και διόλου ρομαντική. Ο Αγγελόπουλος δεν είναι ρομαντικός. Ευαίσθητος είναι κι ας ξεχωρίσουμε αυτές τις έννοιες επιτέλους, τις τόσο παρεξηγημένες και άσχετες μεταξύ τους. Ρομαντισμός είναι η μάταιη αναζήτηση για άγγιγμα του απόλυτου. Ο Αγγελόπουλος δεν κυνηγάει χίμαιρες και απόλυτα. Είναι στεριωμένος –όπως οι χαρακτήρες του- στην γη ετούτη. Δικαιούται όμως στην μελαγχολία –ίσως και στον πεσιμισμό-; Με ποια κριτήρια ψυχραιμίας κρίνουμε τον καλλιτέχνη; Δικαιούται ας πούμε που υπήρξε ο Munch και η «Κραυγή» του; Ο Λειβαδίτης και οι στίχοι του; Ο Λουντέμης και η «Οδός Αβύσσου» του; Ο Αγγελόπουλος και τα φιλμ του; Πόσο υπεροψία –και αναίδεια ίσως- ηθικής φύσης χρειάζεται για να χρεώνουμε λιποψυχία και να απαιτούμε από τους παραπάνω επιταγές αναισθησίας και ατσάλινης σκληρότητας; Ποιος ο λόγος να τους προσάπτουμε ιδιότητες που δεν συνάδουν με την ύπαρξη τους; Από αυτούς που έχουν ως κίνητρο, εξ αρχής, την τριβή με τα πιο τεράστια ερωτήματα του ανθρώπου, την ευαισθησία που τους διακρίνει για την ζωή; Δεν ξέρω. Ας ρωτούσαμε για μια κάποια απάντηση τον Μαγιακόφσκι. Η ζωή δεν είναι μια μαθηματική πράξη, αλλά ένα συνονθύλευμα οπισθοχωρήσεων και βημάτων, ηττών και αλμάτων, χθεσινών, παρόντων και μελλοντικών προσδοκιών που ορίζουν την μια και μοναδική ύπαρξή μας σε αυτό τον κόσμο. Σε αυτή την μόνιμη διαπάλη και την έκβαση της έγκειται η ευαισθησία. Το ταξίδι στα Κύθηρα όσο μάταιο και αν μοιάζει εκ πρώτης όψεως (και δεν χαρίζω τον Αγγελόπουλο στο σύστημα και τους παρατρεχάμενους του που μας βάλλει στο να θεωρούμε κάθε προσπάθεια του λαού ως μάταιη και ουτοπική πράξη) είναι το μόνιμο και μοναδικό ατού του ανθρώπου. Η συνέχεια είναι το διακύβευμα. Αλλιώς χάσαμε. Άλλωστε μια τέτοια συζήτηση για μένα εμπεριέχει γελοιότητα μιας και αρνείται το προφανές: Πως αυτό το προσχηματικό μοτίβο -πως η μελαγχολική προσέγγιση πρέπει να εκλείψει στην τέχνη- δεν συνάδει με τον άνθρωπο. Είναι πλήρως ανεδαφική. Όποιος την συντηρεί δεν έχει καμιά σχέση με την τέχνη –όχι γιατί δεν την καταλαβαίνει- αλλά γιατί υπολείπεται των παραπάνω ανθρώπινων αρετών. Η τέχνη είναι άλλωστε μια τέτοια αρετή. Ο Τσε έλεγε: «Ο πραγματικός επαναστάτης καθοδηγείται από βαθιά αισθήματα αγάπης».

ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΚΥΛΛΑΚΟΣ

Βιβλιογραφία:

Στάθης Βαλούκος: Ο νέος ελληνικός κινηματογράφος (1965-1981), Ιστορία και Πολιτική, εκδ. Αιγόκερως 2011

Βασίλης Ραφαηλίδης: Ταξίδι στον μύθο δια της ιστορίας και στην Ιστορία δια του μύθου, εκδ. Αιγόκερως 2003

 

*Το παρόν κείμενο αποτελεί ομιλία του συντάκτη στην έναρξη του 4ου Πανοράματος Ελληνικού Κινηματογράφου «Θεόδωρος Αγγελόπουλος» στις 4 Μάρτη 2018.