Ο κινηματογράφος του Μάικ Λι - Δοκίμιο

mike lee

Ξεχωρίζουμε με νοσταλγία τη γλυκιά, τρίτη ταινία του Μάικ Λι, Μεγάλες ελπίδες (High Hopes), του 1988, στον ίδιο ζεστό, αστείο και πικρό, αληθινό και ρεαλιστικό τόνο με τις άλλες. Ο Μάικ Λι ζωγραφίζει κριτικά, με χιούμορ κι ανθρωπιά, τους κεντρικούς χαρακτήρες του: μια ταπεινή, παρατημένη γριά, ένα συμπαθητικό, γραφικό και λίγο κωμικό, προοδευτικό ζευγάρι που λατρεύει τον Μαρξ και ένα ζευγάρι αντιπαθητικών, γιάπηδων γειτόνων. Στα γενέθλια της γιαγιάς όπου εκτίθενται οι διάφορες αντιθέσεις των προσώπων, η κάμερα του Μ. Λι βρίσκει την ευκαιρία να τα περιεργασθεί, να μας τα παρουσιάσει σχεδόν γυμνά και να αποκαλύψει την αλήθεια τους...

Ακόμη πιο πρωτότυπο, ιδιοσυγκρασιακό κι εντυπωσιακό φιλμ ήταν ο Γυμνός (Naked). Ο Μάικ Λι σκηνοθέτησε το 1993 αυτή τη σημαντική και καινοτόμο καλλιτεχνική του επιτυχία, τη μοναδική, ατμοσφαιρική και τολμηρή ταινία Naked. Ο ήρωάς της Τζόνυ (που τον υποδύεται εκπληκτικά, υπερευαίσθητα, ο Ντέιβιντ Θιούλις) περιφέρεται στο Λονδίνο, κυνηγημένος και διωγμένος από το Μάντσεστερ όπου ζούσε πριν, σαν ένα φάντασμα, ένα περιθωριακό ξωτικό, ένας προφήτης του κακού, χωρίς ψευδαισθήσεις, δεσμούς και δουλειά, επιθετικός, μοναχικός, απογυμνωμένος και γκροτέσκος. Απομυθοποιεί τους πάντες γύρω του, επιδιώκοντας να τους δείξει τη μίζερη και πικρή αλήθειά τους, τον παραλογισμό και το ανώφελο της ύπαρξης. Κυνικός κι απογοητευμένος, περιδιαβαίνει, σέρνει τα πόδια του σε ένα σκοτεινό και βρώμικο Λονδίνο και συναντά ιδιότροπα, χαμένα πρόσωπα, διάφορους παρακατιανούς, καταποντισμένους losers σαν κι αυτόν, σε σκηνές άβολες μα και ιλαρές. Κατεβαίνει στην κόλαση, πλησιάζει παράξενους ή θλιβερούς ανθρώπους, επικρίνει και σαρκάζει, φιλοσοφεί ακατάληπτος και χαραμισμένος, προσπαθεί να αποκαλύψει στους άλλους την αλήθεια που πληγώνει, τρεκλίζει και παραπατά, ένας γοητευτικός, ειλικρινής, ολίγον σαδιστής και γελοίος, αινιγματικός και ζοφερός άγγελος της αποκάλυψης…

Το 1996 ο Μάικ Λι έφτιαξε την ταινία Μυστικά και ψέματα (Secrets and Lies), που του έφερε μεγάλη αναγνώριση και βραβεία. Το Μυστικά και ψέματα είναι μια ρεαλιστική, διαλογική ταινία που περιγράφει, με πολύ συναίσθημα και συγκίνηση, τα αδιέξοδα και τα προβλήματα των μελών μιας λαϊκής, αγγλικής οικογένειας, σε αναζήτηση μιας εύθραυστης ευτυχίας. Οικογένειας που κρύβει μέσα της μπόλικη δυσλειτουργία, ψέματα, πουριτανισμό και μυστικά. Ο Λι δημιουργεί μια θλιμμένη ταινία, επικεντρωμένος στις περιπλοκές και τις δυσκολίες έκφρασης των μελών της οικογένειας, νέων και μεσηλίκων. Στο τέλος, όταν οι ήρωες αποφασίζουν να μιλήσουν, να εκφράσουν τον πόνο τους και τα μυστικά τους, υπερισχύει ένας τόνος αισιοδοξίας. Το συμπέρασμα στο οποίο φτάνουν μέσα από τις οδυνηρές εμπειρίες τους είναι ότι καλύτερα να λες την αλήθεια, γιατί σε τελευταία ανάλυση πληγώνει λιγότερο από την απόκρυψή της. Το φιλμ ξεκινά περιγράφοντας τη συγκρουσιακή σχέση διαψεύσεων, γκρίνιας, δυσαρέσκειας και κακής επικοινωνίας, μεταξύ της Σύνθια Ρόουζ, μιας φτωχής, ανύπαντρης, δύσμοιρης μάνας (η συγκινητική Μπρέντα Μπλέθιν) και της κόρης της, που είναι σκουπιδιάρης του δήμου. Η ασυνεννοησία επεκτείνεται και στην υπόλοιπη οικογένεια, στις σχέσεις ανάμεσα στη μητέρα, τον αδελφό της (Τίμοθι Σπολ) και τη γυναίκα του, όπως και ανάμεσα στους δυο συζύγους. Και κορυφώνεται με την αιφνιδιαστική επανεμφάνιση της μαύρης, πρώτης κόρης που έκανε η Σύνθια Ρόουζ στα 16 της και την έδωσε αμέσως για υιοθεσία. Ο Λι ενστερνίζεται ένα λιτό, ρεαλιστικό στιλ, επικεντρώνοντας την προσοχή του στην ιστορία και στα προβλήματα μιας καθημερινής, λαϊκής οικογένειας. Κάνει μια απλή, φτωχή, μα πολύ ανθρώπινη ταινία, χωρίς να επιλέγει θέματα μεγάλου μεγέθους και θεάματος. Αντίθετα, ακολουθεί μέτριους ανθρώπους, μέσα σε απλά και καθημερινά ντεκόρ, κάτι που γίνεται σήμα κατατεθέν του απέριττου, ρεαλιστικού κι ανθρωποκεντρικού ύφους του.

Το Κορίτσια καριέρας (Carrer Girls), γυρισμένο το 1998, είναι μια ακόμη χαμηλότονη, απλή, ρεαλιστική ταινία του Μ.Λι, διακριτικών συναισθημάτων και χαμηλού προϋπολογισμού. Εξιστορεί σε δύο χρόνους, τα μικροσυμβάντα στη ζωή δυο φιλενάδων, την περίοδο που συγκατοικούσαν και ήταν δυο νευρωτικές, αβέβαιες φοιτήτριες, και την εποχή που ξανασυναντιούνται (ενεστώτας αφηγηματικός χρόνος), ώριμες πια, τριαντάρες επαγγελματίες, μολονότι έχουν ακόμη, βαθιά μέσα τους, κενά κι αποτυχίες. Ο Μάικ Λι σκιαγραφεί δυο πορτρέτα νέων γυναικών: Αρχικά ευάλωτων, νευρικών, ασταθών γυναικών που ψάχνονται, και κατόπιν πιο κατασταλαγμένων και σοβαρών, που πατάνε καλύτερα στα πόδια τους. Της πιο αθώας κι εύπιστης Άννι που πάσχει από αλλεργική δερματοπάθεια και της πιο επιθετικής και αυτάρκους Χάνα (την υποδύεται η πρόωρα αδικοχαμένη Κάθριν Κάρτλιτζ, αγαπημένη ηθοποιός του Μ.Λι). Και οι δυο είναι κόρες χωρισμένων οικογενειών, που δεν έχουν σε μεγάλη εκτίμηση τους γονείς τους. Δίπλα τους ένας χοντρούλης φίλος, φοιτητής ψυχολογίας, προβληματικός μα ψαγμένος, γεμάτος τικ, που απομακρύνεται επειδή η Άννι αποκρούει τις ερωτικές προτάσεις του, και κατόπιν χάνεται και περιθωριοποιείται, βυθισμένος στα ψυχολογικά του προβλήματα. Πρόκειται για μια ευαίσθητη ταινία χαρμολύπης πάνω στη φιλία και τη μοναξιά. Στον δεύτερο και τελευταίο αποχαιρετισμό των κοριτσιών στο σταθμό, η Άννι αναρωτιέται, στοχαστικά, εάν άραγε θα βρει ποτέ την ευτυχία.

Το υπέροχο Όλα ή τίποτα (All or Nothing, 2002) συνεχίζει το χαμηλότονο, συναισθηματικό κι ανθρωποκεντρικό κινηματογραφικό έργο του Μάικ Λι, στην κατεύθυνση των φτωχών παραγωγών και των σημαντικών, σπουδαίων “μικρών” ταινιών που καταπιάνονται με τα απλά προβλήματα καθημερινών και όχι εξαιρετικών ανθρώπων... Βαθυστόχαστη προσέγγιση, άκρα ευαισθησία, ευστοχία, πολύ συναίσθημα, βλέμμα που φιλοσοφεί σε βάθος και εύρος τη ζωή... Μέσα από τα προβλήματα του μέσου ανθρώπου, ο Μάικ Λι συλλαμβάνει, πρωταρχικά ανθρώπινα ζητήματα που βρίσκονται στην καρδιά της ύπαρξης, θεμελιώδη συναισθήματα και ζητήματα της ανθρώπινης υπόστασης.

Ο Μ. Λι περιγράφει τη μίζερη ζωή μιας φτωχής οικογένειας. Οι τρεις στους τέσσερις είναι παχύσαρκοι, ο πατέρας είναι ταξιτζής και η μητέρα ταμίας σε σούπερ μάρκετ. Ο Λι προσεγγίζει κι άλλες δύο οικογένειες με προβλήματα, που ζουν στο ίδιο συγκρότημα φθαρμένων, λαϊκών πολυκατοικιών. Μας δείχνει και τις προβληματικές σχέσεις που έχουν τα κορίτσια των οικογενειών. Κινηματογραφεί με όμορφα και λειτουργικά πλάνα τον αχανή χώρο του συγκροτήματος των πολυκατοικιών και τους ανθρώπους που περιφέρονται εκεί. Εκθέτει τα οικογενειακά, κοινωνικά, βιοτικά κι οικονομικά προβλήματα των ομάδων και του κάθε ατόμου: Δυσλειτουργικές οικογένειες με εσωτερικές έριδες, γκρίνια και ασυνεννοησία, δύσκολες σχέσεις ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά, προβλήματα οικονομικής επιβίωσης, συναισθηματική ασφυξία, μοναξιά, δυσκολία έκφρασης θετικών συναισθημάτων, είσπραξη μιας γενικευμένης απαξίωσης από άντρες και γυναίκες, αντικοινωνικές συμπεριφορές, προβλήματα ερωτικών σχέσεων, ιδιαίτερα των νέων, αδυναμία ερωτικής επικοινωνίας, διάχυτος φαλλοκρατισμός μα και απαξιωτική στάση των γυναικών έναντι των ανδρών, απογοήτευση, γενικευμένη ανέχεια και πολιτιστική κι ηθική μιζέρια.

Ο Μ. Λι πλησιάζει με θέρμη, ενδιαφέρον και στοργή τους ήρωές του. Ο ταξιτζής πατέρας (Τίμοθι Σπολ) είναι ένας καλός, αν και λίγο άπραγος άνθρωπος. Ο Μ.Λι του έχει προσδώσει υπαρξιακό βάθος. Αντιλαμβάνεται με όλο του το είναι ότι η ζωή είναι σύντομη, ότι ο χρόνος περνάει ανεπιστρεπτί, ότι γεννιέσαι μόνος και πεθαίνεις μόνος. Αφού εκδηλωθεί η κρίση στην οικογένεια, διαπιστώνουμε ότι τα θέλει όλα ή τίποτα (εξ ου και ο τίτλος της ταινίας). Ο Μάικ Λι μας παρουσιάζει ελλειπτικά τις μικρές, σύντομες ιστορίες που ζει ο ταξιτζής με τους πελάτες του στο ταξί, την ώρα που βγάζει φωτογραφίες των πελατών του.

Έτσι έκανε και στο Μυστικά και ψέματα με τα σύντομα περιστατικά που ζούσε εν τάχει ο ήρωας, που υποδυόταν ξανά ο Σπολ.

Ο Μάικ Λι, ξεκινώντας από ένα πραγματικό περιστατικό, γύρισε το 2004, το ρεαλιστικό φιλμ εποχής Vera Drake, σχετικά με μια γυναίκα λαϊκής καταγωγής που, τη δεκαετία του ’50, αναλάμβανε δωρεάν εκτρώσεις γυναικών που είχαν ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες, για να τις βοηθήσει και να τις βγάλει από το αδιέξοδο. Ο Μ. Λι φτιάχνει μια πολύ θλιμμένη κοινωνική ταινία, βυθισμένη στα καφετιά και γκρίζα χρώματα, χωρίς χαμόγελο και ζωογόνες ανάσες, μα με ουσιώδη φεμινιστικό προβληματισμό που επικεντρώνεται στην καταδίκη της Ντρέικ από το πουριτανικό και υποκριτικό, αγγλικό δικαστικό σύστημα της εποχής.

Με την ταινία του Τυχερή κι ευτυχισμένη (Happy-Go-Lucky, 2008), ο Μ. Λι υιοθετεί την αισιοδοξία, το χαμόγελο, τη χαρά της ζωής και την πολυχρωμία κι αφήνει πίσω του τον θλιμμένο τόνο. Περιγράφει τη ζωή μιας τρελά χαρούμενης κοπέλας (την υποδύεται με φοβερό κέφι η μικροκαμωμένη Σάλι Χόκινς) που συνέχεια γελά και αστειεύεται, ακόμη κι όταν βρίσκεται σε δύσκολη θέση. Η Πόπι είναι πολυταξιδεμένη, κοινωνική, πολύ κεφάτη κι αθεράπευτα αισιόδοξη και θέλει να τους κάνει όλους ευτυχισμένους! Όμως αυτό δεν γίνεται, η ζωή παίζει συχνά περίεργα παιχνίδια. Όπως το να ρίξει στο δρόμο της έναν στριφνό και κομπλεξικό δάσκαλο οδήγησης, που της καταλογίζει, μ’ επιθετικότητα, ότι είναι εγωκεντρική, φιλάρεσκη και φέρνει το χάος, και που την ποθεί χωρίς ανταπόκριση, με αποτέλεσμα πολλαπλές συγκρούσεις μεταξύ τους. Η Πόπι παίζει, χαζολογάει και γελάει με τη γυναικεία τρελοπαρέα της, χορεύει σε κλαμπ, πίνει και φλερτάρει, τα βλέπει όλα από την ευχάριστη πλευρά τους και κάνει τα πάντα διασκεδάζοντας. Αισθάνεται ευτυχισμένη, τυχερή και ελεύθερη. Είναι δασκάλα, και όντας σε συνεχή επαφή με τα παιδιά διατηρεί ανέπαφο και ενεργό τον παιδισμό της, γιατί, όπως μας εξηγεί, όταν ήταν παιδί συνέχεια έπαιζε έξω, σε αντίθεση με τα σημερινά παιδιά που κολλάνε στα βιντογκέιμς και το ίντερνετ. Παρόλο που μοιάζει με χαζοχαρούμενη, δεν είναι. Αντίθετα, με τον τρόπο της, είναι ευαισθητοποιημένη στα κακώς κείμενα της κοινωνίας και μάλιστα αντιδρά σε αυτά, απλώς τα αντιμετωπίζει με το γέλιο. Επειδή είναι λίγο τρελιάρα και θέλει να κάνει αστεία σε κάθε περίσταση, μερικές φορές γίνεται λίγο επιθετική, όπως με τον λοξό, αυταρχικό και φοβικό δάσκαλο οδήγησης. Άλλες φορές, όμως, όπως με τον άστεγο τρελό, επιδεικνύει πολλή ανθρωπιά, θάρρος και συμπόνοια…

Το 2014 ο Μάικ Λι γύρισε την ταινία του Turner, με τον αγαπημένο του -χοντρούλη σαν κι αυτόν- ηθοποιό Τίμοθι Σπολ, στο ρόλο του ομώνυμου, μεγάλου, ρομαντικού, Βρετανού ζωγράφου (1775-1851) που προαναγγέλλει τον ιμπρεσιονισμό. Ακόμη και τα τελευταία του φιλμ, Ο κ. Τέρνερ, πάνω στον μεγάλο Άγγλο ζωγράφο, καθώς και το συγκλονιστικό, κοινωνικοπολιτικό, επικό Peterloo, του 2018, υπέρ της εγκαθίδρυσης της Δημοκρατίας στην Αγγλία, το 1819, διακρίνονται για τις όμορφες και πειστικές συνθέσεις τους της εκάστοτε εποχής, τα υπέροχα χρώματά και τα ανώτερα καλλιτεχνικά μηνύματά τους...

Θόδωρος Σούμας
Το κείμενο δημοσιοεύτηκε στην ιστοσελίδα vakxikon.gr

Άρθρα

Επιστροφή στην κορυφή